Φροντιστηριακές Σημειώσεις στο Γενικό Διοικητικό Δίκαιο

Πηγή: nomowiki@blogspot.gr

Της Διδάκτορος Δημοσίου Δικαίου κυρίας Αικατερίνης Ηλιάδου

Οι φροντιστηριακές αυτές σημειώσες είναι πνευματικό δημιούργημα και διανέμονται στο Β’ Κλιμάκιο από την Διδάκτορα Δημοσίου Δικαίου κυρία Αικατερίνη Ηλιάδου, στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος Β’ Εξαμήνου: Γενικό Διοικητικό Δίκαιο.

Εξυπακούεται ότι από μόνες τους οι σημειώσεις αυτές δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν την ωφέλεια από τη ζωντανή παρουσία του φοιτητή κατά τη φροντιστηριακή διδασκαλία…

…των παραδόσεων της κυρίας Ηλιάδου.

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Τετάρτη 23.03.2011

Ι.     Πηγές διοικητικού δικαίου – Διοικητικές πράξεις

1ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

1.    Με διάταξη του νόμου Χ ορίσθηκε ότι  τα προσόντα των προσώπων που απασχολούνται επαγγελματικώς σε ιοντίζουσες ακτινοβολίες καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.

2.    Δυνάμει της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού Υγείας με θέμα: «Καθορισμός προσόντων για την επαγγελματική απασχόληση των Φυσικών Νοσοκομείων». Με την απόφαση αυτή καθορίσθηκε η διαδικασία και οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας άσκησης επαγγέλματος για φυσικούς νοσοκομείου. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, σε περίπτωση που συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις κατάλληλης εκπαίδευσης και εμπειρίας, χορηγείται η άδεια με απόφαση του Υπουργού Υγείας.

Ερωτάται

1.    Με βάση ποιο συνταγματικό κανόνα θεσπίσθηκε η διάταξη του νόμου Χ;

Άρθρο 43 παρ. 2 β’ Σ

2.    Τι είναι η απόφαση του Υπουργού Υγείας;

Κανονιστική πράξη της Διοίκησης: απρόσωπος κανόνας δικαίου (γενική και αφηρημένη ρύθμιση) – ουσιαστικοί νόμοι
a.    Προϋποθέτουν νομοθετική εξουσιοδότηση
b.    Άμεση ισχύς, αλλά διαμεσολάβηση από ατομικές διοικητικές πράξεις για εξειδίκευση συνεπειών
c.    Δυνατότητα εφαρμογής σε αόριστο αριθμό
d.    Παρεμπίπτων έλεγχος στο διηνεκές
e.    Συστατικός τύπος η δημοσίευση
f.    Καταργούνται ελεύθερα
g.    Υπάγονται σε δικαστικό έλεγχο του ΣτΕ
h.    Δεν ελέγχονται για καλή χρήση διακριτικής ευχέρειας αλλά για σεβασμό των ορίων της εξουσιοδότησης
i.    Δεν απαιτείται αιτιολογία

3.    Προβλέπονται στο Σ άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκτελεστική λειτουργία ασκεί κανονιστική αρμοδιότητα;

4.    Είναι σύμφωνη με το Σ η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης προς τον Υπουργό ή θα έπρεπε αποδέκτης αυτής να είναι άλλο όργανο και ποιο;

Κανόνας: Πρόεδρος Δημοκρατίας ως αρχηγός της εκτελεστικής λειτουργίας, για έκδοση κανονιστικού Π.Δ. για ειδικό θέμα, μετά από προηγούμενη επεξεργασία του ΣτΕ κατά διοικητική αρμοδιότητα
Άλλα όργανα της Διοίκησης για θέματα ειδικότερα ή τοπικά ή λεπτομερειακά ή τεχνικά
Όταν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η νομοθετική εξουσιοδότηση αντίκειται στο Σ, γιατί δεν έχει παρασχεθεί προς τον αποδέκτη που θα έπρεπε και γιατί δεν έχει γίνει επεξεργασία από το ΣτΕ

ΣτΕ 1634/2009: «Επειδή, με την διάταξη του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας που ασκεί την μεταβιβαζομένη αρμοδιότητα με προεδρικά διατάγματα, με τα οποία ρυθμίζονται είτε θέματα καθοριζόμενα σε γενικό πλαίσιο υπό ορισμένους όρους διά νόμων ψηφιζομένων υπό της Ολομελείας της Βουλής (νόμων-πλαισίων) είτε ειδικά θέματα προσδιοριζόμενα συγκεκριμένως υπό της εξουσιοδοτικής νομοθετικής διατάξεως, επιτρεπομένου πάντως, κατ` εξαίρεση από του τιθεμένου ως άνω κανόνος, όπως ορισθούν ως φορείς της κατ` εξουσιοδότηση ασκουμένης κανονιστικής αρμοδιότητας και άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, εφ` όσον πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί “ειδικοτέρων θεμάτων”. Τέτοια δε θέματα είναι εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση προς την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως. Ως εκ τούτου η βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου … του ν. …  παρεχομένη δυνατότητα προς θέσπιση, με υπουργική απόφαση, όρων και προϋποθέσεων για την επαγγελματική απασχόληση, μεταξύ άλλων, των Φυσικών Νοσοκομείων- Ακτινοφυσικών Ιατρικής, δηλαδή προς κανονιστική ρύθμιση των όρων ασκήσεως ενός ελευθέρου επαγγέλματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικότερο θέμα κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, εφ` όσον το ουσιαστικό περιεχόμενο της ρυθμίσεως δεν διαγράφεται, έστω και σε γενικές γραμμές, από την διάταξη αυτή (πρβλ. ΣτΕ 2272, 3976/2000 7μ.).»

5.    Τι συνέπειες έχει αυτό για την απόφαση του Υπουργού Υγείας;

Στηρίζεται σε νόμο αντίθετο στο 43 παρ. 2 Σ: ΣτΕ, είναι «ανίσχυρη, ως εκδοθείσα από αναρμόδιο κατά το Σύνταγμα όργανο»
Περιορισμένο τεκμήριο νομιμότητας για κανονιστικές πράξεις
Ποια θα ήταν η απάντηση εάν η απόφαση αυτή δεν είχε δημοσιευθεί σε ΦΕΚ;

2ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

1.    Με διατάξεις Οδηγίας της ΕΕ καθιερώνεται πλαίσιο προστασίας των καταναλωτών κατά τις συναλλαγές τους με προμηθευτές. Στο πλαίσιο αυτό θεσπίζεται υποχρέωση του Κράτους να προσδιορίζει τη συναλλακτική συμπεριφορά των προμηθευτών έναντι των καταναλωτών με γνώμονα το ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και προστασία των καταναλωτών.

2.    Με διάταξη του νόμου Χ που θεσπίσθηκε ενόψει εναρμόνισης προς την Οδηγία ορίσθηκε ότι όταν εκδοθούν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών καταναλωτών οι οποίες έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών, είναι δυνατόν με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης να καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο των αποφάσεων αυτών.

3.    Ο Υπουργός Ανάπτυξης εξέδωσε απόφαση με την οποία απαγορεύθηκε η χρήση των ΓΟΣ σε τραπεζικές συμβάσεις, οι οποίοι είχαν κριθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις καταχρηστικές.

Ερωτάται

1.    Με βάση ποιο συνταγματικό κανόνα θεσπίσθηκε η διάταξη του νόμου Χ;

Άρθρο 43 παρ. 2 β’ Σ + άρθρο 28

2.    Τι είναι η απόφαση του Υπουργού;

3.    Είναι σύμφωνη με το Σ η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης προς τον Υπουργό;

ΣτΕ 1210/2010: «…με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, στην περίπτωση δηλαδή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικότερων» θεμάτων.
Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.
Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

14. Επειδή, με τη μνημονευθείσα εξουσιοδοτική διάταξη καθορίζεται το αντικείμενο των κανόνων που μπορεί να θεσπίσει η Διοίκηση και ειδικότερα παρέχεται σε αυτήν η αρμοδιότητα να θέσει κανόνες δικαίου με ρυθμιστικό περιεχόμενο το περιεχόμενο συγκεκριμένων αμετάκλητων αποφάσεων, καθορίζοντας τη συναλλακτική συμπεριφορά των προμηθευτών κατά τρόπο ώστε να μη διαταράσσεται πλέον με αυτήν η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Συνεπώς, η εν λόγω εξουσιοδότηση είναι ειδική και ορισμένη και τα όσα αντίθετα προβάλλουν οι αιτούσες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.»

3ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

1.    Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, επιβλήθηκε στον Α πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου Χ για παράβαση υποχρέωσης που έφερε κατά τον νόμο.

2.    Η απόφαση αυτή, η οποία κοινοποιήθηκε στον Α, δεν έφερε υπογραφή του καθ’ ύλην αρμόδιου Προέδρου της ΕΚ και χρονολογία εκδόσεως.

Ερωτάται

1.    Τι είναι η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς;

•    Διοικητική πράξη, ήτοι: Μονομερής πράξη της Διοίκησης με την οποία με μόνη τη δήλωση ορισμένου διοικητικού οργάνου θεσπίζεται νομική ρύθμιση δηλαδή κανόνας δικαίου στο πλαίσιο εννόμων σχέσεων που διέπονται από το διοικητικό δίκαιο για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
•    Ατομική διοικητική πράξη: μία ρύθμιση εξατομικευμένη και συγκεκριμένη
o    Πραγματοπαγείς (κατεδαφιστέο ακίνητο)
o    Σώρευση περισσότερων ατομικών (διορισμός δημοσίων υπαλλήλων)
o    Ευμενείς – δυσμενείς,
o     θετικές αρνητικές,
o    συστατικές – διαπιστωτικές – βεβαιωτικές
o    ρητές – σιωπηρές

•    Γενική ατομική διοικητική πράξη: γενικότητα – δεν εξαντλείται σε μία εφαρμογή, αλλά συγκεκριμένες περιπτώσεις – ίσως απροσδιόριστο αριθμό ατόμων: έγκριση τροποποίηση γενικού πολεοδομικού σχεδίου, ζώνες ενεργού πολεοδομίας, πολεοδομικές μελέτες. – όχι όρους δόμησης / περισσότερες περιπτώσεις που έχουν μεταξύ τους τοπικό δεσμό.

•    Σημασία διάκρισης ατομικές – κανονιστικές:

i.    Νομοθετική εξουσιοδότηση – νόμιμο έρεισμα για εξειδίκευση
ii.    Άμεση ισχύς – διαμεσολαβούνται από ατομικές για εξειδίκευση συνεπειών
iii.    Δυνατότητα εφαρμογής σε αόριστο αριθμό
iv.    Παρεμπίπτων έλεγχος στο διηνεκές
v.    Συστατικός τύπος η δημοσίευση- υπογραφή και χρονολόγηση εκτός εάν δημοσιευτέες
vi.    Οι ατομικές αιτιολογούνται σαφής ειδική και επαρκής (17 ΚΔΔ)
vii.    Προηγούμενη ακρόαση για δυσμενείς ατομικές
viii.    Καταργούνται ελεύθερα – ανακαλούνται για μέλλον ή αναδρομικά
ix.    Από ΣτΕ – από τακτικά διοικητικά ή ΣτΕ
x.    Δεν ελέγχονται για καλή χρήση διακριτικής ευχέρειας αλλά για όρια εξουσιοδότησης
o    Άλλες πράξεις; κυβερνητικές
•    Άλλες πράξεις της διοίκησης: κανονιστικές, κανόνες ιδιωτικού δικαίου, διοικητικές συμβάσεις

2.    Είναι νόμιμη η απόφαση της ΕΚ;

Χαρακτηριστικά διοικητικής πράξης:
•    άμεση ισχύς / εκτελεστότητα
•     τεκμήριο νομιμότητας
•    Όμως: άρθρο 16 παρ. 1 εδ. α’ ΚΔΔ:  1. Η διοικητική πράξη είναι έγγραφη, αναφέρει την εκδούσα αρχή και τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, φέρει δε χρονολογία, καθώς και υπογραφή του αρμόδιου οργάνου. (ΔΕφΑθ 328/2009)
•    Συνέπεια: εάν προσβληθεί παραδεκτώς με ένδικο βοήθημα θα ακυρωθεί

3.    Ποια συνέπεια θα είχε τυχόν μη κοινοποίησή της στον Α;

4.    Ποια συνέπεια θα είχε έλλειψη αιτιολογίας της πράξης αυτής;

5.    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς :

1. έχει σχέση με τη λειτουργική ή την εδαφική οργάνωση του Κράτους;
(λειτουργική οργάνωση)

2. Η δημιουργία της σημαίνει ότι είμαστε στο πλαίσιο της αποκέντρωσης ή της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης;

3. Μπορεί να ασκηθεί ιεραρχικός έλεγχος στην Επιτροπή;

————————————————————————————————————

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
28.03.2011
ΙI.     Διοικητικές πράξεις – Ιεραρχικός έλεγχος – Παράνομες πράξεις

4ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

3.    Με τον νόμο Ν ρυθμίσθηκαν θέματα σχετικά με την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων και ορίσθηκε ότι οι κατηγορίες, οι ειδικοί όροι και η διαδικασία χορήγησης άδειας χειριστή ρυθμίζονται με π.δ., το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Μεταφορών.

4.    Με το π.δ. Δ κατατάχθηκαν σε ομάδες και τάξεις τα μηχανήματα εκτέλεσης τεχνικών έργων και ορίσθηκε ότι αντίστοιχες προς τις εν λόγω ομάδες και τάξεις είναι και οι άδειες χειριστή, οι οποίες χορηγούνται από τις αποκεντρωμένες Υπηρεσίες Υ του Υπουργείου Μεταφορών.

5.    Σύμφωνα με το π.δ. Δ, για τη χορήγηση άδειας χειριστή ο υποψήφιος απαιτείται να είναι άνω των 21 ετών και να διαθέτει προϋπηρεσία ορισμένης χρονικής διάρκειας (αναλόγως της τάξης της αιτούμενης άδειας) ως βοηθός χειριστή σε μηχανήματα της αντίστοιχης ομάδας και τάξης για την οποία υποβάλλει αίτηση. Μεταξύ των δικαιολογητικών που υποβάλλονται, προβλέπονται και πιστοποιητικά προϋπηρεσίας, θεωρημένα για την ακρίβεια του περιεχομένου τους από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας ή την Υπηρεσία Υ.

6.    Με την εγκύκλιο Ε του Υπουργού Μεταφορών, ορίσθηκε ότι η Υπηρεσία Υ οφείλει να ελέγχει την ακρίβεια των στοιχείων σε συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα επαγγελματικά σωματεία, τις εργατικές οργανώσεις και τις κατά τόπους εφορίες.

7.    Με απόφαση της αρμόδιας αποκεντρωμένης υπηρεσίας Υ χορηγήθηκε στον Α άδεια χειριστή. Ως πιστοποιητικό προϋπηρεσίας ο Α προσκόμισε υπεύθυνη δήλωση του πατέρα του κατά την οποία ο Α διέθετε την απαιτούμενη προϋπηρεσία, καθώς είχε εργασθεί σε μηχανήματα αντίστοιχης ομάδας και τάξης, ιδιοκτησίας του πατέρα του. Η δήλωση αυτή δεν είχε θεωρηθεί από Επιθεώρηση Εργασίας και δεν είχε ελεγχθεί από την Υπηρεσία Υ, όπως προβλέπεται στην Εγκύκλιο Ε.

8.    Κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε ο Β ότι ο Α δεν διέθετε την απαιτούμενη προϋπηρεσία έγινε έλεγχος των στοιχείων του φακέλου και διαπιστώθηκε ότι ο Α πράγματι δεν είχε την απαιτούμενη προϋπηρεσία. Η απόφαση χορήγησης άδειας στον Α ακυρώθηκε με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών «επειδή κατά πλάνη έγινε δεκτό ότι ο Α πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου για τη λήψη άδειας». Ο Α δεν κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το θέμα ενώπιον του Υπουργού.

Ερωτάται

6.    Με βάση ποιο συνταγματικό κανόνα θεσπίσθηκε η διάταξη του νόμου Ν;

Άρθρο 43 παρ. 2 α’ Σ

7.    Ποια είναι η νομική φύση του πδ Δ;

Κανονιστική πράξη της Διοίκησης: απρόσωπος κανόνας δικαίου (γενική και αφηρημένη ρύθμιση) – ουσιαστικοί νόμοι
i.    Προϋποθέτουν νομοθετική εξουσιοδότηση
ii.    Άμεση ισχύς, αλλά διαμεσολάβηση από ατομικές διοικητικές πράξεις για εξειδίκευση συνεπειών
iii.    Δυνατότητα εφαρμογής σε αόριστο αριθμό
iv.    Παρεμπίπτων έλεγχος στο διηνεκές
v.    Συστατικός τύπος η δημοσίευση
vi.    Καταργούνται ελεύθερα
vii.    Υπάγονται σε δικαστικό έλεγχο του ΣτΕ
viii.    Δεν ελέγχονται για καλή χρήση διακριτικής ευχέρειας αλλά για σεβασμό των ορίων της εξουσιοδότησης
ix.    Δεν απαιτείται αιτιολογία
x.    Δαπάνη – πίστωση στον προϋπολογισμό κράτους

8.    Είναι σύμφωνη με το Σ η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης προς τον ΠτΔ ή θα μπορούσε αποδέκτης αυτής να είναι άλλο όργανο και ποιο;

Κανόνας: Πρόεδρος Δημοκρατίας ως αρχηγός της εκτελεστικής λειτουργίας, για έκδοση κανονιστικού Π.Δ. για ειδικό θέμα, μετά από προηγούμενη επεξεργασία του ΣτΕ κατά διοικητική αρμοδιότητα
Άλλα όργανα της Διοίκησης για θέματα ειδικότερα ή τοπικά ή λεπτομερειακά ή τεχνικά
Όταν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η νομοθετική εξουσιοδότηση αντίκειται στο Σ, γιατί (α) δεν έχει παρασχεθεί προς τον αποδέκτη που θα έπρεπε και γιατί (β) δεν έχει γίνει επεξεργασία από το ΣτΕ
•    Κατά τη νομολογία οι όροι άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος δεν είναι θέμα για το οποίο μπορεί να χορηγηθεί νομοθετική εξουσιοδότηση κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β’ Σ

9.    Ποια είναι η νομική φύση της εγκυκλίου Ε;

•    Εσωτερικό έγγραφο της Διοίκησης με το οποίο παρέχονται γενικές – όχι συγκεκριμένες διευκρινίσεις σχετικά με την έννοια του νόμου και τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων που καλείται να εφαρμόσει η Διοίκηση.
•    Η έκδοση εγκυκλίων εντάσσεται στο πλαίσιο του διοικητικού ελέγχου και συγκεκριμένα του προληπτικού ιεραρχικού ελέγχου. Εκδίδονται πριν από τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης από ιεραρχικώς προϊστάμενα όργανα και δεσμεύουν τα υφιστάμενα.
•    Επειδή πρόκειται για μορφή προληπτικού, ιεραρχικού ελέγχου νομιμότητας, η αρμοδιότητα άσκησης της οποίας τεκμαίρεται ως απόρροια της ιεραρχικής οργάνωσης της Διοίκησης, δεν χρειάζεται να προβλέπεται στο νόμο η έκδοση της εγκυκλίου. Δεν τίθεται δηλαδή εδώ θέμα νομοθετικής εξουσιοδότησης.
•    Άλλη μορφή προληπτικού ιεραρχικού ελέγχου; Παροχή οδηγιών ή διαταγών και έγκριση πράξεων.
•    Άλλη μορφή ιεραρχικού ελέγχου; Κατασταλτικός έλεγχος (ακυρώνει ή τροποποιεί).
•    Διάκριση από ιεραρχική υποκατάσταση: το προϊστάμενο όργανο ενεργεί στη θέση του υφισταμένου που αρνείται ή αδρανεί να εκδώσει ορισμένη διοικητική πράξη. Κατ’ αρχήν απαγορεύεται.
•    Έλεγχος νομιμότητας και έλεγχος σκοπιμότητας
•    Τι εξυπηρετεί ο ιεραρχικός έλεγχος;

10.    Ήταν υποχρεωμένη η αποκεντρωμένη υπηρεσία Υ να εφαρμόσει την εγκύκλιο Ε;

Ναι γιατί οι αποκεντρωμένες υπηρεσίες είναι περιφερειακά διοικητικά όργανα τα οποία συστήνονται σύμφωνα με την εδαφική οργάνωση του κράτους, ασκούν αρμοδιότητες για συγκεκριμένο τμήμα της εδαφικής έκτασης του κράτους και τελούν σε στενή εξάρτηση προς την κεντρική εξουσία και συγκεκριμένα σε ιεραρχική σχέση.

11.    Ποια είναι η νομική φύση της άδειας που χορηγήθηκε στον Α;

Διοικητική πράξη –
Ατομική διοικητική πράξη: μία ρύθμιση εξατομικευμένη και συγκεκριμένη
a.    Πραγματοπαγείς (κατεδαφιστέο ακίνητο)
b.    Ευμενείς – δυσμενείς,
c.     θετικές αρνητικές,
d.    συστατικές – διαπιστωτικές – βεβαιωτικές
e.    ρητές – σιωπηρές

12.    Ήταν νόμιμη η χορήγηση της άδειας στον Α;

Ακυρώσιμη ή άκυρη για παράβαση κατ’ ουσία διάταξης νόμου (πλάνη περί τα πράγματα), εφόσον προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης θα ακυρωθεί.
•    Τριπλή διάκριση ελαττωματικών πράξεων
o    Ανυπόστατες (από ιδιώτη, δεν φέρουν εξωτερικά γνωρίσματα, προϊόν βίας)
o    Άκυρες (καθ’ υπέρβαση καθηκόντων – κατά κλάδο αναρμόδιο όργανο)
o    Ακυρώσιμες οι πράξεις που πάσχουν ελάττωμα (αναρμοδιότητα, τύπος, ουσιαστική διάταξη νόμου)
•    Διπλή διάκριση
o    Ανυπόστατες (ανυπόστατες και άκυρες)
o    Άκυρες (ακυρώσιμες)
•    Σημασία διάκρισης
o    Ανυπόστατες και άκυρες: όχι τεκμήριο νομιμότητας, όχι εκτελεστότητα, όχι αίτηση ακύρωσης, όχι αστική ευθύνη
o    Άκυρες: έχουν τεκμήριο νομιμότητας, παράγουν έννομα αποτελέσματα, δημιουργούν αστική ευθύνη

13.    Ποια είναι η νομική φύση της απόφασης του Υπουργού για ακύρωση της άδειας του Α;

Ατομική διοικητική δυσμενής
Εκδίδεται στο πλαίσιο ιεραρχικού ελέγχου, και μάλιστα κατασταλτικού ελέγχου νομιμότητας που γίνεται από τον Υπουργό
Γιατί είναι έλεγχος νομιμότητας;
Σε ποια περίπτωση θα ήταν έλεγχος σκοπιμότητας;
Εάν δεν προβλέπεται κατασταλτικός έλεγχος σκοπιμότητας σε ειδικές διατάξεις μπορεί να ασκηθεί;

14.    Σε ποια συνταγματική διάταξη θεμελιώνεται η καταγγελία του Β;

Άρθρο 10 Σ – δικαίωμα αναφέρεσθαι
Εάν δεν είχε υποβληθεί η καταγγελία θα μπορούσε να εκδοθεί η απόφαση του Υπουργού για ακύρωση της άδειας του Α;

15.    Είναι νόμιμη η απόφαση ακύρωσης της άδειας;

Άρθρο 17 ΚΔΔ: αιτιολογία στοιχεία φακέλου
Άρθρο 6 ΚΔΔ: θετική βλάβη, αυτεπάγγελτη ενέργεια Διοίκησης κατά διακριτική ευχέρεια, υποκειμενική συμπεριφορά διοικούμενου και όχι απλώς αντικειμενικά κριτήρια

16.    Εάν ο Α είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις και η Διοίκηση δεν απαντούσε στο αίτημά του, υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να ζητήσει δικαστική προστασία ο Α;

Παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (45.4 πδ 18/1989 και 63.2 ΚΔΔικον)
•    Δέσμια αρμοδιότητα
•    Υποβολή αιτήσεως (εκτός εάν οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως)
•    Παρέλευση νόμιμης προθεσμίας – άλλως τριμήνου

Ισχύουν τα ανωτέρω και για κανονιστικές πράξεις;

———————————————————————————————————

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
30.03.2011
ΙIΙ.     Διοικητικές πράξεις – Κατηγορίες

5ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

9.    Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για το ΕΣΥ προβλέπεται ότι «οι γιατροί απολύονται με την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους ή σε κάθε περίπτωση με τη συμπλήρωση 35 χρόνων πραγματικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου.» Με τις διατάξεις του ΥΚ ορίζεται περαιτέρω ότι «1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2. Κατ’ εξαίρεση ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας και τριανταπέντε ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας. Αν ο υπάλληλος, κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, δεν έχει συμπληρώσει τριάντα πέντε ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι πέραν του 67ου έτους της ηλικίας.»

10.    Ο ιατρός Α εργαζόταν ως υπάλληλος σε θέση Διευθυντή στο Ν.Π.Δ.Δ. Νοσοκομείο Χ. Κατά το χρόνο που υπηρετούσε ο Α το Νοσοκομείο Χ είχε συνάψει σύμβαση με ερευνητικό κέντρο για την διεξαγωγή έρευνας σχετικά με εμβόλια κατά ορισμένης ασθένειας και με επιστημονικό υπεύθυνο τον Α. Την 31.12.2004 και ενόσω η σύμβαση δεν είχε ολοκληρωθεί ο Α συμπλήρωσε το προβλεπόμενο από το νόμο όριο ηλικίας (65 έτη).

11.    Την 11.11.2004 η αρμόδια υπηρεσία εποπτείας Ν.Π.Δ.Δ. του Υπουργείου Υγείας ενημέρωσε τον Α ότι «προωθείται απόφαση για αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής του σχέσης». Την 15.12.2004 εκδόθηκε απόφαση της ίδιας υπηρεσίας με την οποία διαπιστώθηκε αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής σχέσης του Α στις 31.12.2004.

12.    Ο Α υπέβαλε αίτημα επανεξέτασης του θέματός του από τη Διοίκηση επειδή δεν είχε κληθεί σε ακρόαση. Η Διοίκηση απάντησε στον Α την 01.02.2005 εμμένοντας στην από 15.12.2004 πράξη της.

13.    Ο Α υπέβαλε αίτηση ακύρωσης κατά της από 15.12.2004 πράξης, ισχυριζόμενος ότι η απόφαση της υπηρεσίας είναι παράνομη επειδή (α) δεν κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις του επί του θέματος σύμφωνα με το άρθρο 20 Σ και (β) παρεμποδίζεται ο Α από την εκτέλεση της σύμβασης με το ερευνητικό κέντρο που είχε υπογράψει ο ίδιος ως Διευθυντής και επιστημονικός υπεύθυνος.

Ερωτάται

17.    Το Ν.Π.Δ.Δ. Νοσοκομείο Χ είναι θεσμός που εντάσσεται στην λειτουργική ή στην εδαφική οργάνωση του Κράτους;
(λειτουργική οργάνωση)

a.    Α΄ επίπεδο: Υπουργεία, ΝΠΔΔ, Μονομελή ή συλλογικά όργανα, ΑΔΑ

b.    Β’ Επίπεδο: Κατανομή εντός των Υπουργείων ή ΝΠ (Γενικές Διευθύνσεις, Δ/νσεις, Τμήματα, Γραφεία) – Γενικές Γραμματείες – μεμονωμένα όργανα – συλλογικά όργανα συμβουλευτικού χαρακτήρα – Μεγάλα σώματα της Διοίκησης

18.    Η σύστασή του σημαίνει ότι είμαστε στο πλαίσιο της αποκέντρωσης ή της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης;;

    Αποκέντρωση: ίδρυση διοικητικών οργάνων (περιφερειακών) που ασκούν αρμοδιότητες σε ορισμένο τμήμα της εδαφικής έκτασης του κράτους (περιφέρεια) και σε στενή εξάρτηση προς την κεντρική εξουσία. Ιεραρχική εξάρτηση περιφερειακών οργάνων από όργανα κεντρικής εξουσίας, αλλά πάντως αποφασιστικές αρμοδιότητες
    Τοπική αυτοδιοίκηση: διαχείριση υποθέσεων ορισμένης εδαφικής έκτασης από όργανα που εντάσσονται σε άλλο από το Κράτος ν.π. (αυτοδιοικούμενους οργανισμούς) τα οποία εκλέγονται από τους κατοίκους, υπάγονται δε σε διοικητική εποπτεία νομιμότητας
    Η καθ΄ ύλην αυτοδιοίκηση περιλαμβάνει τα νομικά πρόσωπα που διακρίνονται από το κράτος, ιδρύονται όμως από αυτό για την ανάπτυξη συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερο αποτέλεσμα (ΙΚΑ, νοσοκομεία, ΑΕΙ)

19.    Τι είδους διοικητικός έλεγχος ασκείται στο Ν.Π.Δ.Δ. Νοσοκομείο Χ;

•    Διοικητική εποπτεία: η αρμοδιότητα που δίδεται σε όργανα του κράτους να επεμβαίνουν στη λειτουργία των δημόσιων νομικών προσώπων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνοχή της έννομης τάξης, η εφαρμογή κυβερνητικής πολιτικής, η υλοποίηση στόχων και σκοπών, η πρόληψη και αντιμετώπιση καταστάσεων κατά δημοσίου συμφέροντος, η τήρηση του νόμου.
•    Δεν τεκμαίρεται, αλλά πρέπει να προβλέπεται στο νόμο τα μέσα άσκησης και τα όριά της

20.    Ποια είναι η νομική φύση του από 11.11.2004 εγγράφου της Διοίκησης;

Ενημερωτικού χαρακτήρα έγγραφο – όχι διοικητική πράξη

21.    Ποια είναι η νομική φύση του από 15.12.2004 εγγράφου της Διοίκησης;

Ατομική διοικητική πράξη

22.    Τι κατηγορία ατομικής διοικητικής πράξης;

a.    συστατικές – διαπιστωτικές – βεβαιωτικές

i.    Συστατικές: Η δήλωση της βούλησης του Διοικητικού οργάνου θεσπίζει απευθείας ατομικό κανόνα δικαίου, μεταβάλλοντας τη νομική κατάσταση του προσώπου στο οποίο αφορά, με την ίδρυση, αλλοίωση ή κατάργηση δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων αυτού. Εξατομικεύεται απρόσωπος κανόνας δικαίου, ο οποίος προβλέπει την έκδοση της α.δ.π. ως μέσο εφαρμογής σε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραδείγματα

ii.    Διαπιστωτικές: ΑΔΠ, εμ τις οποίες διαπιστώνεται η υπαγωγή προσώπου σε κανόνα δικαίου, υπαγωγή που έχει συντελεσθεί ή θα συντελεσθεί στο άμεσο μέλλον λόγω της επέλευσης ενός γεγονότος. Η έκδοσή της είναι υποχρεωτική για το διοικητικό όργανο και προϋπόθεση για την επέλευση έννομων συνεπειών. Δεν θεσπίζει ατομικό κανόνα δικαίου, αλλά είναι προϋπόθεση εφαρμογής απρόσωπων κανόνων. Επίσης συχνά προϋπόθεση για την έκδοση συστατικών πράξεων που αφορούν στο ίδιο πρόσωπο. Παράδειγμα: ΔΥ – πριν την έκδοση της διαπιστωτικής εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και να εγγράφονται στους μισθοδοτικούς καταλόγους. Μόνο μετά την έκδοσή τους μπορεί να εκδοθεί πράξη (συστατική) συνταξιοδότησης.

iii.    Βεβαιωτικές: εκδίδονται χωρίς νέα ουσιαστική έρευνα βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών και δηλώνουν εμμονή της Διοίκησης σε προγενέστερη ρύθμιση.

b.    Ευμενείς (επωφελείς)– δυσμενείς (επαχθείς)
Σημασία διάκρισης για
i.    προηγούμενη ακρόαση,
ii.    ανάκληση και
iii.    αστική ευθύνη

23.    Ποια είναι η νομική φύση του από 01.02.2004 εγγράφου της Διοίκησης;

Βεβαιωτική πράξη.

24.    Ήταν υποχρεωμένη η Διοίκηση να καλέσει τον Α σε ακρόαση;

Άρθρο 6 ΚΔΔ: θετική βλάβη, αυτεπάγγελτη ενέργεια Διοίκησης κατά διακριτική ευχέρεια, υποκειμενική συμπεριφορά διοικούμενου και όχι απλώς αντικειμενικά κριτήρια

25.    Θα μπορούσε η Διοίκηση να παρατείνει τον χρόνο παραμονής του Α στην υπηρεσία λόγω της σύμβασης;

a.    Τι είναι η αρμοδιότητα; Η ικανότητα του διοικητικού οργάνου να θεσπίζει ατομικούς ή απρόσωπους κανόνες δικαίου με μονομερείς πράξεις ή συμβάσεις ή να συμβάλλει στη θέσπιση τέτοιων κ.δ., ή να προβαίνει σε υλικές ενέργειες, όπως προβλέπεται στους κανόνες της έννομης τάξης. Να εκδίδει δ.π. ή να συμβάλλει στην έκδοσή τους (γνωμοδότηση, πρόταση). Απόρροια της αρχής της νομιμότητας – μόνο ότι προβλέπεται ή επιτρέπεται από το δίκαιο

b.    Βασική διάκριση: Δέσμια αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια

i.    Δέσμια: όταν το δ.όργ. διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις του νόμου είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διοικητική πράξη με συγκεκριμένο περιεχόμενο, όπως προκαθορίζεται από τους κανόνες δικαίου.

ii.    Διακριτική ευχέρεια, όταν οι κανόνες που προβλέπουν την αρμοδιότητα δεν καθορίζουν ακριβώς τη δράση του διοικητικού οργάνου, αλλά του αφήνουν ελευθερία:

1.    μπορεί αλλά δεν υποχρεούται να εκδώσει μία πράξη
2.    μπορεί να επιλέξει το χρόνο έκδοσης της πράξης, παρότι οφείλει να την εκδώσει
3.    μπορεί να επιλέξει από περισσότερες δυνατότητες που δίνει ο νόμος  – π.χ. όταν προσδιορίζει το νόημα μίας αξιολογικής έννοιας ή θέτει τους όρους εφαρμογής μίας διάταξης χάριν του δημοσίου συμφέροντος ή επιμετρά πειθαρχικές ποινές ή επιβάλλει πρόστιμα

c.    Κατά κανόνα: διακριτική ευχέρεια, εκτός εάν προβλέπεται επιτακτική υποχρέωση για έκδοση πράξης με συγκεκριμένο περιεχόμενο

d.    Άκρα όρια διακριτικής ευχέρειας; καθορίζονται από τους κανόνες στους οποίους προβλέπεται, το λογικό περιεχόμενο των αξιολογικών εννοιών, σκοπός των διατάξεων, δημόσιο συμφέρον, ισότητα, γενικές αρχές χρηστής διοίκησης, αναλογικότητας και προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

1145/2008 ΣΤΕ

6ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

1.    Με διάταξη νόμου ορίζεται ότι εισαγωγέας, ο οποίος κυκλοφορεί φαρμακευτικά και λοιπά σχετικά προϊόντα χωρίς σχετική άδεια τιμωρείται με πρόστιμο, ύψους από 1000 έως 10.000 Ευρώ ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης. Το πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.

2.    Ο Α εισήγαγε και διέθεσε στην αγορά σκεύασμα χωρίς να έχει λάβει σχετική άδεια. Μετά από καταγγελία, διενεργήθηκε έλεγχος από τις αρμόδιες υπηρεσίες και προέκυψε ότι το σκεύασμα περιείχε συστατικά που έχουν φαρμακολογική δράση. Ο Α κλήθηκε σε ακρόαση, κατά την οποία υποστήριξε ότι η εισαγωγή του σκευάσματος έγινε εκ παραδρομής για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Από έρευνα της διοίκησης διαπιστώθηκε ότι το σκεύασμα διατέθηκε στην αγορά για δύο περίπου έτη.

3.    Εν όψει των ανωτέρω, ο Υπουργός επέβαλε στον Α το ανώτατο προβλεπόμενο στο νόμο πρόστιμο «λόγω σοβαρού παραπτώματος με ουσιώδεις επιπτώσεις στην δημόσια υγεία».

4.    Ο Α προσέφυγε στα Δικαστήρια κατά της απόφασης του Υπουργού, επιδιώκοντας μείωση του προστίμου

Ερωτάται

1.    Τι αρμοδιότητα ασκεί ο Υπουργός Υγείας όταν επιβάλλει πρόστιμο;
2.    Υποχρεούνταν ο Υπουργός να καλέσει τον Α σε ακρόαση πριν από την έκδοση της απόφασης περί επιβολής προστίμου;
3.    Τι θα πρέπει να ισχυρισθεί ο Α για να ευδοκιμήσει το ένδικο βοήθημα που άσκησε;

7ο πρακτικό θέμα
Ιστορικό

1. Με διάταξη νόμου προβλέφθηκε ότι «Διοικητικές πράξεις, με τις οποίες παραχωρήθηκαν κατά χρήση ακίνητα κυριότητας του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή επιχειρήσεων ή οργανισμών του δημόσιου τομέα ή Ανωνύμων Εταιριών που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο ή Ο.Τ.Α., σε οποιαδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. … η φυσικά ή Ν.Π.Ι.Δ. …από την ισχύ του νόμου αυτού, ανακαλούνται αυτοδικαίως οι σχετικές πράξεις παραχώρησης …, χωρίς την έκδοση ειδικής ανακλητικής απόφασης, κατά το μέρος που η έκταση που παραχωρήθηκε … προορίζεται αμέσως ή εμμέσως για την εκτέλεση έργων ή εγκαταστάσεων, αναγκαίων για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. β) Εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από έγγραφη ειδοποίηση της «Οργανωτικής Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004 Α.Ε.», οι αρμόδιοι φορείς της Διοίκησης υποχρεούνται να εκδώσουν διαπιστωτική πράξη ανάκλησης για τα ακίνητα του προηγούμενου εδαφίου…».

2. Στον Α είχε παραχωρηθεί ακίνητο ιδιοκτησίας του ΕΟΤ για κατασκευή σταθμού καυσίμων. Το ακίνητο αυτό αποτελούσε τμήμα της διαδρομής του ολυμπιακού έργου ΤΡΑΜ. Η διαχείριση της περιουσίας του ΕΟΤ έχει ανατεθεί εκ του νόμου στο Ν.Π.Ι.Δ. – ΕΤΑ Α.Ε.

3. Η ΕΤΑ εξέδωσε πράξη με την οποία διαπιστώθηκε ανάκληση της παραχώρησης του ακινήτου στον Α.

4. Ο Α υπέβαλε αίτηση ακύρωσης κατά της πράξης της ΕΤΑ.

ΣτΕ 3860/2002: «η πράξη οργάνου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η αναφερθείσα στην αυτή σκέψη εταιρία «Ε.Τ.Α. Α.Ε.», με την οποία διαπιστώνεται η εκ του νόμου επερχομένη ανάκληση πράξεως περί παραχωρήσεως κατά χρήση ακινήτου, δεν είναι αναγκαίως διοικητική πράξη, δεν καθιστά δε αυτήν κατ’ ανάγκην διοικητική το γεγονός και μόνον ότι ο νόμος επιβάλλει την έκδοσή της προς διαπίστωση λύσεως εννόμου σχέσεως επερχομένης χάριν εξυπηρετήσεως δημοσίου σκοπού. Και τούτο, διότι η εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού εκ μέρους νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που δεν ασκεί δημοσία εξουσία, (με τη διατύπωση επιταγής ή απαγορεύσεως ή την χορήγηση αδείας για ορισμένη ενέργεια), και εντός των πλαισίων της συναλλακτικής δράσεως τούτου μπορεί κάλλιστα να επιτευχθεί και με μέσα του ιδιωτικού δικαίου.»
Όμως μειοψηφία: η ανωτέρω διαπιστωτική πράξη, εκδιδομένη κατ’ εφαρμογήν διατάξεως νόμου, η οποία επέβαλε κυριαρχικώς την ανάκληση της παραχωρήσεως ακινήτων κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας, συνισταμένης σε μονομερή εξουσιαστική επέμβαση σε υφιστάμενες έννομες σχέσεις ιδιωτών επί των παραχωρηθεισών εκτάσεων, και προς εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, συγκεκριμένα δε για την εκτέλεση έργων ή εγκαταστάσεων αναγκαίων για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, είναι πάντοτε διοικητική πράξη, ακόμη και όταν προέρχεται, ως εν προκειμένω, από όργανο νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 309/1998, 1909, 1910/2001).

9. Επειδή, όμως, ειδικώς στην περίπτωση, κατά την οποία η παραχώρηση ακινήτου εκ μέρους της Διοικήσεως ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είχε χωρήσει με την έκδοση διοικητικής πράξεως κατ’ εφαρμογήν διατάξεως νόμου αποβλεπούσης στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, τότε πάντως η διαπιστούσα την ανάκληση της παραχωρήσεως πράξη, ακόμη και αν προέρχεται από όργανο νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, έχει αναγκαίως τον χαρακτήρα επίσης διοικητικής πράξεως, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή, ως εκ της φύσεως των πραγμάτων, το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, προβαίνοντας στην ανάκληση διοικητικής πράξεως, ασκεί αναγκαίως δημοσία εξουσία.

Πρακτικό 5
Ανάκληση διοικητικών πράξεων
Α. Ιστορικό

1.    Σύμφωνα με διάταξη νόμου προβλέπεται ότι οι νέες άδειες κυκλοφορίας ταξί χορηγούνται σε φυσικά πρόσωπα, τα οποία πρέπει να συγκεντρώνουν τις ακόλουθες προϋποθέσεις : α) ασκούν το επάγγελμα του οδηγού αυτοκινήτου ή β) έχουν την ιδιότητα του πολύτεκνου και γ) κατά την υποβολή της αίτησής τους είναι κύριοι και κάτοχοι αυτοκινήτου που έχει χαρακτηρισθεί ως Ε.Δ.Χ.. Περαιτέρω, με άλλη διάταξη νόμου ορίσθηκε ότι απαγορεύεται η χορήγηση νέας άδειας κυκλοφορίας ταξί για την περιοχή της πρωτεύουσας.

2.    Στον Α χορηγήθηκε άδεια κυκλοφορίας ταξί για την περιοχή της πρωτεύουσας για το αυτοκίνητο Χ. Δεκαοκτώ μήνες μετά από τη χορήγηση της άδειας, μετά από έρευνα που διενεργήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο Χ είχε αποχαρακτηρισθεί και δεν αποτελούσε πλέον Ε.Δ.Χ. Κατόπιν τούτου με απόφαση του Νομάρχη ανακλήθηκε η άδεια που είχε χορηγηθεί στον Α.

Β. Ερωτάται

1. Είναι νόμιμη η άδεια που χορηγήθηκε στον Α και εάν όχι ,γιατί;

Όχι ΕΔΧ, απαγόρευση για χορήγηση νέων αδειών = παράνομη ευμενής συστατική διοικητική πράξη

2. Είναι νόμιμη η πράξη ανάκλησης της άδειας; Ποια θα ήταν η απάντηση εάν είχαν παρέλθει έξι χρόνια από τη χορήγηση της άδειας;

Εύλογος χρόνος: Λιγότερο από 5 έτη εφόσον δεν ορίζεται άλλως ειδικά– α.ν. 261/1968
Μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου:
•    Η έκδοσή τους οφείλεται σε απατηλή ενέργεια του διοικούμενου, ο οποίος ενήργησε δολίως για να ωφεληθεί
•    Δημόσιο συμφέρον
•    Συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση δικαστηρίου
•    Να μην θίγονται τα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων που δεν γνώριζαν την απατηλή ενέργεια

3. Ποια θα ήταν η απάντηση εάν η πράξη χορήγησης της άδειας ήταν νόμιμη;

Δεν επιτρέπεται ανάκληση, εκτός εάν:
•    Λόγοι δημοσίου συμφέροντος: λαμβάνονται υπόψη και νεώτερα δεδομένα
•    Συναίνεση διοικούμενου
•    Μη συμμόρφωση σε όρους – άπρακτη παρέλευση προθεσμίας
•    Υπό την επιφύλαξη ανακλήσεως
•    Όταν δεν έχουν απορρεύσει δικαιώματα

4. Ήταν υποχρεωμένη η Διοίκηση να καλέσει τον Α σε ακρόαση πριν από την έκδοση της πράξης ανάκλησης της άδειας;
Δεν απαιτείται προηγούμενη ακρόαση όταν η ανάκληση γίνεται για λόγους αντικειμενικούς
Απαιτείται όταν η ανάκληση γίνεται μετά από μακρύ χρόνο ανοχής της Διοίκησης

5. Συντρέχει δέσμια αρμοδιότητα ή διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης για την ανάκληση της άδειας;
Διακριτική ευχέρεια – αρχή νομιμότητας;
Εκτός εάν:
•    Υποχρέωση ανάκλησης εκ του νόμου
•    Υποχρέωση συμμόρφωσης σε ακυρωτική απόφαση
•    Υποχρέωση ανάκλησης πράξεων που εκδόθηκαν με βάση νόμο ο οποίος κηρύχθηκε αντισυνταγματικός ΑΕΔ – αναδρομική απόφαση
•    Υποχρέωση ανάκλησης για δυσμενείς πράξεις λόγω μακροχρόνιας αδράνειας
•    Κοινωνική ασφάλιση: σε περίπτωση μεταβολής επί το ευμενέστερο της νομοθεσίας ή νομολογίας
•    Όμοιες πράξεις

6. Εάν ο Α δεν προκάλεσε υπαιτίως την έκδοση της παράνομης ευμενούς πράξης, έχει κάποιο δικαίωμα
105 ΕισΝΑΚ

1501/2008 ΣΤΕ
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 4199/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2452/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 470813/9.8.1999 αποφάσεως του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με την οποία ανακλήθηκε το δικαίωμα κυκλοφορίας ως δημοσίας χρήσεως του υπ` αριθ. ….. επιβατικού αυτοκινήτου του (ταξί) και αφαιρέθηκαν οριστικώς η άδεια κυκλοφορίας και οι κρατικές πινακίδες του εν λόγω αυτοκινήτου.
3. Επειδή, ο ν. 1437/1984 (ΦΕΚ Α΄ 59) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι «Ο αριθμός των νέω ν αυτοκινήτων Ε.Δ.Χ., με ή χωρίς μετρητή (ταξί – αγοραίων), που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση των σχετικών με τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μεταφορικών αναγκών κάθε διοικητικής μονάδας της Χώρας, καθορίζεται μέσα στο πρώτο τετράμηνο κάθε διετίας με απόφαση του οικείου νομάρχη, …», στο άρθρο 1 παρ. 3 ότι «Είναι ενιαία διοικητική μονάδα : α) Η περιοχή Αθηνών – Πειραιώς – Περιχώρων, …» και στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι «Οι κενές θέσεις αυτοκινήτων Ε.Δ.Χ., που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2, καλύπτονται με τη χορήγηση νέων αδειών αυτοκινήτων της κατηγορίας αυτής. Οι άδειες αυτές χορηγούνται : α) σε φυσικά πρόσωπα, τα οποία πρέπει να συγκεντρώνουν τις ακόλουθες προϋποθέσεις : αα) να ασκούν το επάγγελμα του οδηγού αυτοκινήτου (πολύτεκνοι ή μη) ή ββ) να έχουν την ιδιότητα του πολύτεκνου και κατά την 1η Ιανουαρίου 1983 και κατά την υποβολή της αίτησής τους να είναι κύριοι και κάτοχοι ή αγοραστές με παρακράτηση κυριότητας ιδανικού μεριδίου ή μεριδίων σε αυτοκίνητο Ε.Δ.Χ. …». Το π.δ/γμα 458/1984 (ΦΕΚ Α΄ 165), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ. 3 του ανωτέρω ν. 1437/1984, ορίζει στο άρθρο 9 ότι «1. Η άδεια κυκλοφορίας επιβατηγού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, χορηγείται με τον όρο ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του δικαιωθέντος όλες οι προϋποθέσεις. Εάν οποτεδήποτε διαπιστωθεί η αναλήθεια του περιεχομένου ενός ή περισσοτέρων από τα υποβληθέντα δικαιολογητικά αφαιρείται η άδεια χωρίς άλλο ακόμη και αν αυτή έχει μεταβιβασθεί, με επιφύλαξη των διατάξεων του Α.Ν. 261/1968 «περί του χρόνου ανακλήσεως παράνομων διοικητικών πράξεων», … 2. Οι υπηρεσίες που εκδίδουν τις άδειες κυκλοφορίας ΕΔΧ αυτοκινήτων μπορούν, αν έχουν αμφιβολίες ως προς την αλήθεια ή την ακρίβεια του περιεχομένου ενός ή περισσοτέρων από τα υποβληθέντα δικαιολογητικά, ακόμα και μετά την έκδοση των εν λόγω αδειών, να απευθύνονται σε οικείους φορείς προκειμένου αυτοί να ερευνήσουν μετά από επιστάμενο έλεγχο και συλλογή πληροφοριών περί της αλήθειας ή ακρίβειας των αντίστοιχων δικαιολογητικών. …». Εξάλλου, με την παρ. 4 του άρθρου 4 της κυρωθείσης με το άρθρο πρώτο του ν. 1788/1988 (ΦΕΚ Α΄ 131) υπ` αριθ. 10/19.1.1988 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α΄ 11) ορίσθηκε ότι «Από την δημοσίευση της παρούσης απαγορεύεται η χορήγηση αδειών κυκλοφορίας αυτοκινήτων επιβατηγών δημόσιας χρήσης (ταξί) με έδρα στην περιοχή της παραγράφου 1», δηλαδή της περιοχής Αθηνών – Πειραιώς – Περιχώρων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 της υπ` αριθ. Δ25900/24.8-3.9.1974 αποφάσεως του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β΄ 850) «1. Αντικατάστασις επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, μετά ή άνευ μετρητού, δι` ετέρου της αυτής κατηγορίας, ενεργείται υπό της αρμοδίας υπηρεσίας συγκοινωνιών άνευ προηγουμένης εγκρίσεως, κατόπιν αποχαρακτηρισμού του υπό αντικατάστασιν αυτοκινήτου και καταθέσεως των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος (άδεια κυκλοφορίας και κρατικαί πινακίδες) παρά τη υπηρεσία συγκοινωνιών. 2. Προκειμένου να λάβη χώραν η κατά την προηγουμένην παράγραφον αντικατάστασις οι κύριοι και κάτοχοι ή οι νομείς και κάτοχοι του υπό αντικατάστασιν αυτοκινήτου υποβάλλουν τη αρμοδία υπηρεσία συγκοινωνιών σχετικήν αίτησίν των, συνοδευομένην υπό των κάτωθι δικαιολογητικών : α) Ισχύουσαν άδειαν κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, εκδεδομένην επ` ονόματι των αιτούντων. β) Πιστοποιητικόν Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών (ΤΣΑ) ότι είναι εγγεγραμμένοι και ησφαλισμένοι εις αυτό. … γ) …». Τέλος, το άρθρο μόνον του αν. ν. 261/1968 (ΦΕΚ Α΄ 12) ορίζει στην παρ. 1 ότι «Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε δια το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της πενταετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος».
4. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την υπ` αριθ.470813/9.8.1999 πράξη του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής ανακλήθηκε το δικαίωμα κυκλοφορίας ως δημοσίας χρήσεως και αφαιρέθηκαν οριστικώς η άδεια κυκλοφορίας και οι κρατικές πινακίδες του με αριθμό κυκλοφορίας …… επιβατηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι το εν λόγω αυτοκίνητο κυκλοφόρησε ως δημοσίας χρήσεως (ταξί) κατ` αντικατάσταση του αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας …. , για το οποίο, όμως, δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι νομίμως κυκλοφόρησε ως δημοσίας χρήσεως. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ανωτέρω νομαρχιακή πράξη εκδόθηκε, διότι, ύστερα από έλεγχο στους φακέλους των ως άνω αυτοκινήτων, την αναζήτηση στοιχείων από άλλες υπηρεσίες (Τ.Σ.Α., Δ.Ο.Υ.) και την διενέργεια ένορκης διοικητικής εξετάσεως, προέκυψαν τα εξής: Το με αριθμό κυκλοφορίας ……. επιβατηγό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως, που ανήκε στους …………………………………………….. , αποχαρακτηρίσθηκε με την υπ` αριθ. 603524/18.5.1995 πράξη της οικείας υπηρεσίας συγκοινωνιών, δηλαδή διαχωρίσθηκε το αυτοκίνητο ως πράγμα από το δικαίωμα κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως, και το δικαίωμα αυτό μεταβιβάσθηκε σε αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας … , ιδιοκτησίας των ανωτέρω, το δε αυτοκίνητο, ως πράγμα, μεταβιβάσθηκε στον αναιρεσείοντα. στην επικύρωση, όμως, της συμφωνίας μεταβιβάσεως του αυτοκινήτου, ανεγράφη ότι μεταβιβάσθηκε όχι μόνον το αυτοκίνητο, αλλά και το δικαίωμα κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως, και, ενόψει τούτου, εκδόθηκε στο όνομα του αναιρεσείοντος άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω αυτοκινήτου ως δημοσίας χρήσεως επιβατηγού με αριθμό κυκλοφορίας ……. , αν και ο αναιρεσείων δεν είχε ο ίδιος αυτοτελές δικαίωμα να θέσει σε κυκλοφορία επιβατηγό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως. το αυτοκίνητο αυτό, με αριθμό κυκλοφορίας ………. , αντικατέστησε ο αναιρεσείων στις 23.1.1998 με νέο, το οποίο έλαβε αριθμό κυκλοφορίας ……. . Κατά της προαναφερθείσης υπ` αριθ. 470813/9.8.1999 νομαρχιακής αποφάσεως, με την οποία ανακλήθηκε το δικαίωμα κυκλοφορίας του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου ως δημοσίας χρήσεως και αφαιρέθηκαν η άδεια κυκλοφορίας και οι κρατικές πινακίδες του, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή, η οποία απερρίφθη με την 2452/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό, εκτός των άλλων, ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ….. είναι το ίδιο αυτοκίνητο με εκείνο που έφερε τον αριθμό κυκλοφορίας ….. και ότι οι ιδιοκτήτες του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου, πριν το μεταβιβάσουν στον αναιρεσείοντα, προέβησαν στον αποχαρακτηρισμό του και σε μεταφορά του δικαιώματος κυκλοφορίας επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, που έως τότε ήταν ενσωματωμένο σ` αυτό, σε νέο δικό τους αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ……. , περαιτέρω δε ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε ότι είχε μεταβιβασθεί σ` αυτόν, εκτός από το αυτοκίνητο ως πράγμα, και το δικαίωμα κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως, προσκομίζοντας την πράξη αποχαρακτηρισμού του υπ` αριθ. ….. αυτοκινήτου και την άδεια κυκλοφορίας του υπ` αριθ. ….. αυτοκινήτου. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απερρίφθη με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή το διοικητικό εφετείο δέχθηκε αφενός μεν ότι στον αναιρεσείοντα δεν είχε παραχωρηθεί ίδιο δικαίωμα θέσεως σε κυκλοφορία επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως – ούτε, άλλωστε, ήταν δυνατή η χορήγηση άδειας κυκλοφορίας τέτοιου αυτοκινήτου στην περιοχή της πρωτεύουσας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 της 10/19.1.1988 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, που κυρώθηκε με τον ν. 1788/1988 – και αφετέρου ότι το αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας …… μεταβιβάσθηκε σ` αυτόν ως πράγμα χωρίς το δικαίωμα κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως, εφόσον το δικαίωμα αυτό είχε ενσωματωθεί σε άλλο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας … , που ανήκε στους πρώην ιδιοκτήτες του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου (….). Με τα δεδομένα αυτά το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι μη νομίμως χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα άδεια κυκλοφορίας ως δημοσίας χρήσεως του αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας …. και στη συνέχεια, σε αντικατάσταση αυτού, του αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας …. και ότι, ως εκ τούτου, νομίμως εκδόθηκε η ανωτέρω ανακλητική απόφαση του Νομάρχη. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ότι δεν εκλήθη να εκθέσει τις απόψεις του πριν από την έκδοση της εν λόγω ανακλητικής αποφάσεως, με την αιτιολογία ότι η προηγούμενη ακρόαση δεν απαιτείται όταν η έκδοση της δυσμενούς διοικητικής πράξεως λαμβάνει χώρα με μόνη την διαπίστωση της συνδρομής ορισμένων αντικειμενικών περιστατικών, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Στην συνέχεια το διοικητικό εφετείο απέρριψε τον λόγο εφέσεως περί παραβάσεως των αρχών της χρηστής και εύρυθμης διοικήσεως και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών προς την διοίκηση, με την αιτιολογία ότι οι αρχές αυτές δεν είναι ικανές καθ` εαυτές να καταλύσουν την ευχέρεια της διοικήσεως να ανακαλέσει παράνομη διοικητική πράξη ευνοϊκή για τον διοικούμενο και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, νομίμως ανακλήθηκε για λόγους νομιμότητας η ευμενής για τον αναιρεσείοντα διοικητική πράξη περί χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως εντός ευλόγου χρόνου (19 περίπου μηνών) από την έκδοσή της. Τέλος, το διοικητικό εφετείο τον λόγο εφέσεως ότι η ανακλητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού το εξυπηρετούμενο με την ανάκληση δημόσιο συμφέρον είναι δυσανάλογο προς την υλική ζημία που υπέστη από αυτήν ο αναιρεσείων, και ότι η Διοίκηση όφειλε, πριν προβεί στην ανάκληση, να ζητήσει την συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου από άλλες υπηρεσίες, απέρριψε ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι, ανεξαρτήτως αν η ανάκληση αποτελεί κύρωση υποκείμενη στους περιορισμούς της αρχής της αναλογικότητας, από την προσβληθείσα με την προσφυγή απόφαση του Νομάρχη και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι πριν από την έκδοσή της αναζητήθηκαν από άλλες υπηρεσίες (Τ.Σ.Α., Δ.Ο.Υ.) στοιχεία, στα οποία να μπορεί να εύρει έρεισμα το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να κυκλοφορεί το υπ` αριθ. …… επιβατηγό αυτοκίνητο ως δημοσίας χρήσεως.
5. Επειδή, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στην Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξεως, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί την διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεως. Σύνθεση των εν λόγω, συνταγματικής αξίας, αρχών συνιστούν οι γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται αν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους (βλ. Σ.τ.Ε. 2403/1997), αλλά και το άρθρο μόνον του αν. ν. 261/1968. Με το άρθρο αυτό, κατά το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι εύλογος χρόνος για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως χρόνος μικρότερος της πενταετίας από την έκδοσή της, ο νομοθέτης, με γενική ρύθμιση, προέβη ο ίδιος στην στάθμιση των ανωτέρω συνταγματικής αξίας αρχών για την επομένη της εκδόσεως διοικητικής πράξεως πενταετία, προσδίδοντας προέχουσα σημασία στην αρχή της νομιμότητος της Διοικήσεως, για δε τον περαιτέρω χρόνο ανέθεσε στη Διοίκηση την στάθμιση των αρχών αυτών σε κάθε ατομική περίπτωση, υπό τον έλεγχο του διοικητικού δικαστή. Ενόψει δε του ότι το Σύνταγμα δεν ανάγει σε συνταγματική αξία μόνον την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του καλόπιστου διοικουμένου και τον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, αλλά ωσαύτως και την τήρηση της αρχής της νομιμότητας και την μη διατήρηση εν ισχύι παράνομων διοικητικών πράξεων, και δεδομένου ότι αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, έργο του νομοθέτη η κατά συνεκτίμηση και στάθμιση μη βαινουσών παραλλήλως αλλά αγουσών σε αντίθετες κατευθύνσεις συνταγματικών αξιών πρόκριση της θεσπιστέας, ως συνθέσεως τούτων, ρυθμίσεως, η θέσπιση από τον ίδιο τον νομοθέτη ως ευλόγου χρόνου για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως τουλάχιστον της πενταετίας από την έκδοσή της δεν αντίκειται στις προστατευόμενες από το Σύνταγμα αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας, εφόσον, άλλωστε, το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι υπερμέτρως μεγάλο (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2845, 2846/1994, 3477/1987, 2261/1984). Συνεπώς, ναι μεν κατ` αρχήν η Διοίκηση δεν υποχρεούται να ανακαλέσει παράνομη διοικητική πράξη (πλην αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ανεγνωρίσθησαν με τις 2176-7/2004 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου), υπό την έννοια ότι η παράλειψή της να πράξει τούτο δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και η ρητή άρνησή της, χωρίς επανεξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, δεν κωλύεται, όμως, να ανακαλέσει την παράνομη πράξη εντός πενταετίας από την έκδοσή της από την ύπαρξη καλής πίστεως του διοικουμένου, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εν λόγω πράξη, και ανάγκης προστασίας της δημιουργηθείσης σ` αυτόν εμπιστοσύνης, ή για το λόγο ότι η βλάβη που επέρχεται σ` αυτόν από την ανάκληση είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερη από το όφελος για το δημόσιο συμφέρον, ούτε, άλλωστε, υποχρεούται να συνεκτιμήσει τα στοιχεία αυτά πριν αποφασίσει αν θα ανακαλέσει ή όχι την πράξη.
6. Επειδή, εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 6 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ΦΕΚ Α΄ 45) θεσπίζονται ειδικότερες ρυθμίσεις για την άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος ακροάσεως, ώστε να εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αποτελεσματικής εφαρμογής της σχετικής διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, χωρίς, όμως, να αποσκοπείται η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Κατά την έννοια δε της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, και, συνεπώς, και κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 6, η τήρηση του τύπου της προηγουμένης κλήσεως σε ακρόαση δεν απαιτείται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η προηγούμενη ακρόαση δεν μπορεί να επιδράσει στην διαμόρφωση της κρίσεως της Διοικήσεως. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν εκδίδεται δυσμενής για τον διοικούμενο διοικητική πράξη βάσει αντικειμενικών δεδομένων, που δεν συνδέονται προς υποκειμενική συμπεριφορά του (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2612/2003, 1455, 4027/2004, 1902/2005, 1104, 1213/2006). Συνεπώς, επί ανακλήσεως παράνομης διοικητικής πράξεως εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοσή της λόγω μη συνδρομής μιας ή περισσοτέρων από τις απαιτούμενες για την έκδοσή της νόμιμες προϋποθέσεις, δεν απαιτείται προηγούμενη κλήση για ακρόαση του διοικουμένου, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη, διότι, ενόψει και των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, η ακρόαση αυτού δεν μπορεί να επιδράσει στην διαμόρφωση της κρίσεως της Διοικήσεως.
7. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, όπως ανεπτύχθησαν και με το υποβληθέν μετά την συζήτηση της υποθέσεως και εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας από 10.5.2007 υπόμνημα, χωρίς να αμφισβητείται η κατ` ουσίαν νομιμότητα της προσβληθείσης με την προσφυγή ανακλητικής πράξεως, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε δεχθείσα ότι δεν απαιτείτο, πριν από την έκδοση της πράξεως αυτής, η τήρηση του τύπου της προηγουμένης κλήσεως του αναιρεσείοντος σε ακρόαση, διότι αφενός μεν το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας δεν προβλέπει εξαίρεση από την υποχρέωση κλήσεως του διοικουμένου σε ακρόαση σε περίπτωση που η πράξη εκδίδεται με μόνη την διαπίστωση ορισμένων αντικειμενικών περιστατικών και αφετέρου ο αναιρεσείων μπορούσε να προβάλει, ασκώντας το σχετικό δικαίωμά του, λόγους αναφερόμενους στην καλή πίστη, την προστατευόμενη εμπιστοσύνη και την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον οι αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται υπόψη κατά την στάθμιση με την αρχή της νομιμότητας, η οποία επιβάλλει την ανάκληση παρανόμων ευμενών διοικητικών πράξεων, ο δε αν. ν. 261/1968, μη προβλέποντας τέτοια στάθμιση, είναι προδήλως αντισυνταγματικός. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι ο αν. ν. 261/1968 είναι αντισυνταγματικός, αφού δεν προβλέπει στάθμιση ως η ανωτέρω, συνάγεται και από την μεταγενέστερη διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 2801/2000 (ΦΕΚ Α΄ 46), η οποία ορίζει ότι ο ανωτέρω αν. ν. 261/1968 δεν εφαρμόζεται στις διοικητικές διαδικασίες ανακλήσεως αδειών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι η μεταγενέστερη αυτή και μη εφαρμοστέα στην προκειμένη υπόθεση διάταξη δεν έχει, πάντως, την έννοια που της αποδίδει ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή οι σχετικές με άδειες αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως πράξεις δεν μπορούν να ανακληθούν και πριν ακόμη παρέλθει πενταετία από την έκδοσή τους, αν η Διοίκηση δεν προβεί στην προαναφερθείσα στάθμιση. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η τήρηση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος απαιτείτο στην προκειμένη περίπτωση, διότι η ανακλητική απόφαση «συνδέεται με φερόμενη ως παράνομη συμπεριφορά συγκεκριμένων προσώπων κατά των οποίων μάλιστα ενεργοποιήθηκε ποινική διαδικασία». Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αναφερόμενος στην διοικητική πράξη της ανακλήσεως, της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ερείδεται σε πραγματικό που δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι η ανακλητική απόφαση εκδόθηκε, με την αιτιολογία ότι, ενώ το υπ` αριθ. ….. αυτοκίνητο κυκλοφόρησε ως δημοσίας χρήσεως κατ` αντικατάσταση του αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας …. , για το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι νομίμως είχε κυκλοφορήσει ως δημοσίας χρήσεως. Δεν ασκεί δε καμία επιρροή από της εξεταζομένης απόψεως το αναφερόμενο στην πρωτόδικη απόφαση ότι η συμφωνία μεταβιβάσεως του υπ` αριθ. ….αυτοκινήτου «πλαστογραφήθηκε» από υπάλληλο της οικείας Διευθύνσεως Μεταφορών και Επικοινωνιών, εφόσον αυτό εν πάση περιπτώσει δεν επαναλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, άλλωστε, δεν αποδίδεται επίμεμπτη συμπεριφορά στον αναιρεσείοντα κατά την μεταβίβαση σ` αυτόν του εν λόγω αυτοκινήτου. Εξάλλου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι αφενός μεν, κατά παράβαση του αν. ν. 261/1968, το οποίο προβλέπει ότι η Διοίκηση έχει διακριτική εξουσία και όχι δεσμία αρμοδιότητα να ανακαλεί παράνομες διοικητικές πράξεις, θεωρεί ότι η ανάκληση της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων του υπ` αριθ. …. αυτοκινήτου του έγινε κατά δεσμία αρμοδιότητα, αφού δεν διορθώνει την αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί ότι η Διοίκηση είχε εν προκειμένω δεσμία αρμοδιότητα, και αφετέρου δεν καθιστά σαφές αν για την ανάκληση η Διοίκηση στηρίχθηκε στο άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ/τος 458/1984, το οποίο παραθέτει και το οποίο θεσπίζει δεσμία αρμοδιότητα της Διοικήσεως προς ανάκληση παράνομης άδειας κυκλοφορίας επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, ή στον αν. ν. 261/1968. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος εν πάση περιπτώσει, εφόσον, όπως προκύπτει από το παρατεθέν στην τέταρτη σκέψη περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε – ανεξαρτήτως του τι είχε δεχθεί ως προς το ζήτημα αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ανεξαρτήτως αν η έννοια του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 458/1984 είναι, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ότι η Διοίκηση έχει δεσμία αρμοδιότητα να ανακαλέσει παράνομη άδεια κυκλοφορίας επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως ή αν είναι εφαρμοστέες και στην περίπτωση αυτή οι γενικές αρχές περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων και ο αν. ν. 261/1968 – ότι εν προκειμένω η Διοίκηση ανεκάλεσε την άδεια κυκλοφορίας και τις πινακίδες του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος κατ` ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας και ότι  απλώς οι αρχές της χρηστής διοικήσεως και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν είναι ικανές καθ` εαυτές να καταλύσουν την ευχέρεια αυτή. ……
Δ ι ά  τ α ύ τ α
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

————————————————————————————————————-

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
04.04.2011
ΙV.     Διοικητικά όργανα – Ακρόαση

8ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

14.    Με διάταξη νόμου προβλέπεται ότι για τη λειτουργία συνεργείου αυτοκινήτων απαιτείται άδεια λειτουργίας και παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση π.δ. με το οποίο καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα αρμόδια όργανα για την έκδοση των αδειών αυτών, οι κυρώσεις για τους παραβάτες κ.λπ.

15.    Με π.δ. που εκδόθηκε σύμφωνα με τα ανωτέρω ορίσθηκε ότι οι άδειες λειτουργίας χορηγούνται κατόπιν υποβολής αίτησης του ενδιαφερομένου που συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά, εφόσον το κτήριο όπου θα εγκατασταθεί το συνεργείο βρίσκεται σε περιοχή, στην οποία επιτρέπεται από τις πολεοδομικές διατάξεις η ίδρυση συνεργείων. Επίσης ορίσθηκε ότι όταν διαπιστώνεται λειτουργία συνεργείου χωρίς άδεια διατάσσεται σφράγιση του καταστήματος.

16.    Ο Α υπέβαλε αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας συνεργείου, χωρίς να υποβάλλει το σύνολο των δικαιολογητικών που απαιτούνταν κατά το π.δ.. Από την αίτηση του Α παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε μηνών χωρίς να αποφασίσει η Διοίκηση, ωστόσο ο Α λειτουργούσε συνεργείο. Στη συνέχεια διατάχθηκε  ησφράγιση του συνεργείου του Α.

17.    Ο Α ζήτησε την ακύρωση της απόφασης σφράγισης, υποστηρίζοντας ότι (α) η μη απάντηση της Διοίκησης επί της αιτήσεως χορήγησης άδειας είναι παράνομη και (β) δεν κλήθηκε σε ακρόαση πριν τη λήψη της απόφασης σφράγισης.

Ερωτάται

26.    Τι πράξεις είναι:
–    Το π.δ.
–    Η απόφαση σφράγισης του συνεργείου του Α;

27.    Έχει νομική σημασία η μη απάντηση της Διοίκησης επί της αιτήσεως του Α;
Ειδική περίπτωση σιωπηρής αρνητικής πράξης: παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (45 παρ. 4 π.δ. 18/1989 και 63 παρ. 2 ΚΔΔ/μίας), όταν σωρευτικώς:

a.    Η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να εκδώσει πράξη ή να χορηγήσει πιστοποιητικά και βεβαιώσεις (4 παρ. 4 ΚΔΔ) ή να επιτρέψει πρόσβαση στα έγγραφα (5 παρ. 4 ΚΔΔ). Πάντα όταν δέσμια αρμοδιότητα, όταν διακριτική ευχέρεια εάν υπάρχει υπέρβαση άκρων ορίων = κακή χρήση διακριτικής ευχέρειας.
i.     Όχι όταν ευρεία διακριτική ευχέρεια.
ii.    όχι όταν κανονιστική πράξη,
iii.    όχι όταν ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης.

b.    Αίτηση του διοικουμένου + δικαιολογητικά που απαιτούνται

c.    Άπρακτη προθεσμία (ειδική εκ του νόμου ή 3 μήνες) από την υποβολή πλήρους φακέλου

28.    Ήταν υποχρεωμένη η Διοίκηση να διατάξει τη σφράγιση του συνεργείου του Α;

a.    Τι είναι η αρμοδιότητα; Η ικανότητα του διοικητικού οργάνου να θεσπίζει ατομικούς ή απρόσωπους κανόνες δικαίου με μονομερείς πράξεις ή συμβάσεις ή να συμβάλλει στη θέσπιση τέτοιων κ.δ., ή να προβαίνει σε υλικές ενέργειες, όπως προβλέπεται στους κανόνες της έννομης τάξης. Να εκδίδει δ.π. ή να συμβάλλει στην έκδοσή τους (γνωμοδότηση, πρόταση). Απόρροια της αρχής της νομιμότητας – μόνο ότι προβλέπεται ή επιτρέπεται από το δίκαιο

b.    Βασική διάκριση: Δέσμια αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια

i.    Δέσμια: όταν το δ.όργ. διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις του νόμου είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διοικητική πράξη με συγκεκριμένο περιεχόμενο, όπως προκαθορίζεται από τους κανόνες δικαίου.

ii.    Διακριτική ευχέρεια, όταν οι κανόνες που προβλέπουν την αρμοδιότητα δεν καθορίζουν ακριβώς τη δράση του διοικητικού οργάνου, αλλά του αφήνουν ελευθερία:
1.    μπορεί αλλά δεν υποχρεούται να εκδώσει μία πράξη
2.    μπορεί να επιλέξει το χρόνο έκδοσης της πράξης, παρότι οφείλει να την εκδώσει
3.    μπορεί να επιλέξει από περισσότερες δυνατότητες που δίνει ο νόμος  – π.χ. όταν προσδιορίζει το νόημα μίας αξιολογικής έννοιας ή θέτει τους όρους εφαρμογής μίας διάταξης χάριν του δημοσίου συμφέροντος ή επιμετρά πειθαρχικές ποινές ή επιβάλλει πρόστιμα

c.    Κατά κανόνα: διακριτική ευχέρεια, εκτός εάν προβλέπεται επιτακτική υποχρέωση για έκδοση πράξης με συγκεκριμένο περιεχόμενο

d.    Άκρα όρια διακριτικής ευχέρειας; καθορίζονται από τους κανόνες στους οποίους προβλέπεται, το λογικό περιεχόμενο των αξιολογικών εννοιών, σκοπός των διατάξεων, δημόσιο συμφέρον, ισότητα, γενικές αρχές χρηστής διοίκησης, αναλογικότητας και προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

29.    Εάν ο ισχυρισμός του Α ότι η μη απάντηση της Διοίκησης επί του αιτήματος του Α είναι παράνομη είναι αληθής, επηρεάζεται το κύρος της απόφασης σφράγισης;

30.    Όφειλε η Διοίκηση να καλέσει τον Α σε προηγούμενη ακρόαση;

a.    Τι είναι η ακρόαση; Δικαίωμα διοικουμένου να εκφέρει τις απόψεις του κατόπιν κλήσεως από τη Διοίκηση
–    Ατομικό δικαίωμα του διοικούμενου, ά. 20 παρ. 2 Σ (είχε καθιερωθεί από γενική αρχή ΔΔ)
–    Ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, η παράβαση του οποίου μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση διοικητικής πράξης
–    Ωστόσο, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση η τήρηση του δικαιώματος δεν ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δ!

b.    Ποιο σκοπό εξυπηρετεί;
Ενημέρωση διοίκησης, προληπτική συμμετοχή διοικούμενου για την εξεύρεση κατάλληλης λύσης

c.    Τι πρόβλημα δημιουργείται όταν δεν προκύπτει από το φάκελο τήρηση του δικαιώματος ακρόασης;

d.    Σε ποιες διατάξεις του ΚΔΔ ρυθμίζεται;
–    ά. 6 ΚΔΔ – ρυθμίζεται και η διαδικασία

e.    Απαιτείται ρητή πρόβλεψη σε επιμέρους διατάξεις νόμου;
–    Όχι, γιατί προκύπτει εκ του Σ – διατάξεις νόμου που αποκλείουν αντισυνταγματικές (βλ. όμως ά. 6 παρ. 3 ΚΔΔ για αντιμετώπιση κινδύνου ή επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος)
–    Παράδειγμα: περιλαμβάνει και το δικαίωμα των υπαλλήλων στα πειθαρχικά συμβούλια να συμπαρίστανται με δικηγόρο τους, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της πειθαρχικής ποινής που πρόκειται να επιβληθεί

f.    Πως ασκείται το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης;
Εγγράφως ή προφορικά (έκθεση που υπογράφεται από διοικούμενο)
g.    Απαλλάσσεται η Διοίκηση από την υποχρέωση όταν προβλέπεται διοικητική προσφυγή;
Ά. 6 παρ. 4 ΚΔΔ
Προϋποθέσεις ακρόασης:

h.    Σε σχέση με ποιες διοικητικές πράξεις εφαρμόζεται το δικαίωμα;
Ατομικές δ.πρ., όπως προκύπτει από διατύπωση Σ και ΚΔΔ
Για κανονιστικές μόνο όταν προβλέπεται ειδικά (π.χ. νομοθεσία για σχέδια πόλεων)
Ωστόσο: με σειρά αποφάσεων του ΣτΕ γίνεται δεκτό ότι προϋπόθεση για τη νόμιμη έκδοση απόφασης του Υπουργού Γεωργίας για τη ρύθμισης της θήρας είναι η προηγούμενη ακρόαση των οικολογικών οργανώσεων ιδίως αυτών που ασχολούνται με την προστασία της άγριας πανίδας.

i.    Τι αρμοδιότητα πρέπει να ασκεί η Διοίκηση ώστε να πρέπει να τηρήσει το δικαίωμα
Διακριτική ευχέρεια – σε δέσμια αλυσιτελές. Παράδειγμα πρόστιμα!

j.    Υποκειμενική συμπεριφορά
Όχι όταν η απόφαση της Διοίκησης βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα

Παράδειγμα:
απόλυση εφημέριου επειδή εγκατέλειψε τη θέση του,
καταλογιστική πράξη για επιστροφή οικονομικής ενίσχυσης λόγω εικονικότητας φορολογικών στοιχείων
όχι για απαλλοτρίωση, για χαρακτηρισμό διατηρητέου λόγω παραδοσιακής μορφής, για αργία δημάρχου σε περίπτωση τέλεσης κακουργήματος
Πρόβλημα: αναδάσωση έκτασης λόγω παράνομης εκχέρσωσης από τον ιδιοκτήτη του δάσους

k.    Θετική βλάβη – αυτεπάγγελτη ενέργεια
Όχι όταν αρνείται χορήγηση δικαιώματος – δημιουργία νέας νομικής κατάστασης, αλλά βλάβη στα δικαιώματα – έννομα συμφέροντα

l.    Γνωστή διεύθυνση
2505/2009 ΣΤΕ: η τήρηση του τύπου της προηγούμενης ακρόασης δεν απαιτείται στις περιπτώσεις που λαμβάνεται το δυσμενές για το διοικούμενο μέτρο βάσει αντικειμενικών δεδομένων, μη συνδεομένων προς υποκειμενική συμπεριφορά του, όπως στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία η σφράγιση της επιχείρησης της αιτούσας επιβλήθηκε, διότι δεν διέθετε ισχύουσες άδειες ίδρυσης και λειτουργίας (βλ. ΣτΕ 2958/05 κ.ά.).
—————————————————————————————————

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
04.04.2011
ΙV.     Διοικητικά όργανα – Συλλογικά όργανα της Διοίκησης – Ακρόαση

8ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

18.    Με διάταξη νόμου ορίσθηκε ότι «Με κοινή απόφαση των Υπουργών …, μπορεί να συνιστώνται θέσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ειδικού επιστημονικού προσωπικού, …, στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού … για την υποστήριξη των αναγκών της Ολυμπιακής Προετοιμασίας. Η πρόσληψη πραγματοποιείται με ανοικτή διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού καθορίζονται τα ειδικά προσόντα, η διαδικασία συγκρότησης των Επιτροπών Αξιολόγησης, η στάθμιση των κριτηρίων και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

19.    Με ΚΥΑ συνεστήθησαν στην Γενική Γραμματεία Αθλητισμού 252 θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

20.    Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού με τίτλο «Καθορισμός ειδικότερων προσόντων και ορισμός Επιτροπής για την πλήρωση θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με επιλογή στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού» ορίσθηκαν πέντε φυσικά πρόσωπα ως τακτικά μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης.

21.    Εκδόθηκε προκήρυξη πλήρωσης θέσεων. Ο Α υπέβαλε αίτηση, αλλά απορρίφθηκε με πράξη της Επιτροπής λόγω έλλειψης προσόντος ξένης γλώσσας. Στη συνεδρίαση της Επιτροπής συμμετείχαν τρία μέλη.

ΣτΕ 520/2010: «η απευθείας έκδοση της ατομικής πράξης ορισμού των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης χωρίς να έχει προηγηθεί κανονιστική απόφαση με την οποία να καθορίζεται ο αριθμός των μελών της και οι ιδιότητές τους, καθιστά μη νόμιμη και ακυρωτέα την απόφαση της Επιτροπής για την επιλογή των υποψηφίων, καθώς και τις εν συνεχεία εκδιδόμενες πράξεις διορισμού των επιλεγέντων στις προκηρυχθείσες θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού»

Ερωτάται

31.    Τι πράξεις είναι:
–    Η ΚΥΑ σύστασης θέσεων
–    Η απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού
–    Η προκήρυξη θέσεων
–    Η απόφαση απόρριψης της αίτησης του Α;

32.    Τι είναι η Επιτροπή Αξιολόγησης;

•    Διοικητικό όργανο;

a.    Δημόσια όργανα που δεν ανήκουν στη νομοθετική ή δικαστική λειτουργία (όμως κυβέρνηση;)

b.    Όσα δημόσια όργανα συνδέονται με την Κυβέρνηση (και ΠτΔ) με σχέση ιεραρχίας ή ελέγχου (όμως αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί, ΑΔΑ;)
c.    ΝΛ: όταν εντάσσεται στη διοικητική οργάνωση του Κράτους

d.    Διοικητικά είναι τα όργανα που συνδέονται με ορισμένο δημόσιο νομικό πρόσωπο, ειδικά δε για το κράτος, όσα συνδέονται με το όργανο Κυβέρνηση με σχέση ιεραρχίας ή ελέγχου
•    Διακρίσεις διοικητικών οργάνων
    Αποφασιστικά – Γνωμοδοτικά
    Γενικής αρμοδιότητας – ειδικής αρμοδιότητας
    Μονοπρόσωπα ή ατομικά / πολυπρόσωπα ή συλλογικά – σύνθετα;
    Κρατικά, δημοτικά κ.λπ.
    Άμεσα ή έμμεσα (άμεσα δεν καταργούνται με πράξη του νομοθέτη)
    Νομικό καθεστώς: δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου

33.    Η απόφαση του ΥΠΠΟ αφορά σε ίδρυση ή σε ολοκλήρωση διοικητικού οργάνου;
•    Πράξη του νομοθέτη/ κανονιστικώς δρώσας διοίκησης: Καθορισμός αρμοδιότητας – καθορισμός φυσικών προσώπων που θα ασκήσουν τη δραστηριότητα
•    Πράξη της Διοίκησης: Ορισμός των συγκεκριμένων προσώπων – διορισμός, εκλογή, κλήρωση = ΝΟΜΙΜΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ

34.    Πότε είναι ολοκληρωμένο ένα όργανο;
Όταν έχουν επιλεγεί (εκλεγεί, διορισθεί, κληρωθεί) τα φυσικά πρόσωπα που θα ασκήσουν τις αρμοδιότητες του οργάνου, σύμφωνα με το νόμο.
Δεν είναι ολοκληρωμένο όταν πάσχει η πράξη επιλογής (αναρμοδιότητα, παράβαση τύπου), όταν δεν υπάρχει πράξη επιλογής ή όταν εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση καθηκόντων – κατά νόσφιση εξουσίας
Παύει όταν εκλείπει το πρόσωπο για οποιοδήποτε λόγο.
Ειδικοί κανόνες για συλλογικά όργανα – Συγκρότηση / σύνθεση / λειτουργία (ΚΔΔ ά. 14-15 + νομολογία)

35.    Συγκρότηση: να έχουν επιλεγεί όλα τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη = ατομική διοικητική πράξη, δεν χρειάζεται δημοσίευση, εκτός εάν άλλως προβλέπεται

a.    Τουλάχιστον 3 μέλη / δεν απαιτείται περιττός αριθμός

b.    Εάν δεν έχει ορισθεί κανένα μέλος: δεν έχει νόμιμη υπόσταση, οι πράξεις ανυπόστατες

c.    Εξαιρέσεις από ορισμό όλων των μελών: μόνο τακτικά εάν δεν χρειασθεί αναπλήρωση, εάν αναπληρωματικό παράνομη επιλογή, τότε μη νόμιμη συγκρότηση μόνο εάν αναπληρώσει, αιρετά μέλη (13.1γ’ ΚΔΔ)

d.    Δεν θίγεται η νόμιμη συγκρότηση και το συλλογικό όργανο μπορεί να λειτουργήσει για 3 μήνες όταν ελλείπει κάποιο μέλος του, αρκεί να υπάρχει απαρτία

e.    Το αναπληρωματικό μέλος αναπληρώνει τακτικό ίδιας κατηγορίας, εφόσον απουσιάζει ή κωλύεται και όχι όταν ελλείπει

f.    Αντικατάσταση όταν υπάρχει θητεία μόνο για σοβαρό λόγο με αιτιολογημένη πράξη, άλλως κακή συγκρότηση

36.    Σύνθεση: αφορά στο ποιοι μετέχουν σε συνεδρίαση – απαρτία, πρόσκληση

37.    Λειτουργία: Να παρίστανται διαρκώς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, εναλλαγή επιτρέπεται αρκεί πριν τη λήψη απόφασης στην τελευταία συνεδρίαση να δηλώσουν ότι έχουν ενημερωθεί, θέματα ημερήσιας διάταξης, μυστικές συνεδριάσεις, απόφαση – πλειοψηφία

38.    Έπρεπε η Διοίκηση να καλέσει τον Α σε προηγούμενη ακρόαση;

a.    Τι είναι η ακρόαση; Δικαίωμα διοικουμένου να εκφέρει τις απόψεις του κατόπιν κλήσεως από τη Διοίκηση
–    Ατομικό δικαίωμα του διοικούμενου, ά. 20 παρ. 2 Σ (είχε καθιερωθεί από γενική αρχή ΔΔ)
–    Ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, η παράβαση του οποίου μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση διοικητικής πράξης
–    Ωστόσο, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση η τήρηση του δικαιώματος δεν ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δ!

b.    Ποιο σκοπό εξυπηρετεί;
Ενημέρωση διοίκησης, προληπτική συμμετοχή διοικούμενου για την εξεύρεση κατάλληλης λύσης

c.    Τι πρόβλημα δημιουργείται όταν δεν προκύπτει από το φάκελο τήρηση του δικαιώματος ακρόασης;

d.    Σε ποιες διατάξεις του ΚΔΔ ρυθμίζεται;
–    ά. 6 ΚΔΔ – ρυθμίζεται και η διαδικασία

e.    Απαιτείται ρητή πρόβλεψη σε επιμέρους διατάξεις νόμου;
–    Όχι, γιατί προκύπτει εκ του Σ – διατάξεις νόμου που αποκλείουν αντισυνταγματικές (βλ. όμως ά. 6 παρ. 3 ΚΔΔ για αντιμετώπιση κινδύνου ή επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος)
–    Παράδειγμα: περιλαμβάνει και το δικαίωμα των υπαλλήλων στα πειθαρχικά συμβούλια να συμπαρίστανται με δικηγόρο τους, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της πειθαρχικής ποινής που πρόκειται να επιβληθεί

f.    Πως ασκείται το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης;
Εγγράφως ή προφορικά (έκθεση που υπογράφεται από διοικούμενο)

g.    Απαλλάσσεται η Διοίκηση από την υποχρέωση όταν προβλέπεται διοικητική προσφυγή;
Ά. 6 παρ. 4 ΚΔΔ

Προϋποθέσεις ακρόασης:

h.    Σε σχέση με ποιες διοικητικές πράξεις εφαρμόζεται το δικαίωμα;
Ατομικές δ.πρ., όπως προκύπτει από διατύπωση Σ και ΚΔΔ
Για κανονιστικές μόνο όταν προβλέπεται ειδικά (π.χ. νομοθεσία για σχέδια πόλεων)
Ωστόσο: με σειρά αποφάσεων του ΣτΕ γίνεται δεκτό ότι προϋπόθεση για τη νόμιμη έκδοση απόφασης του Υπουργού Γεωργίας για τη ρύθμισης της θήρας είναι η προηγούμενη ακρόαση των οικολογικών οργανώσεων ιδίως αυτών που ασχολούνται με την προστασία της άγριας πανίδας.

i.    Τι αρμοδιότητα πρέπει να ασκεί η Διοίκηση ώστε να πρέπει να τηρήσει το δικαίωμα
Διακριτική ευχέρεια – σε δέσμια αλυσιτελές. Παράδειγμα πρόστιμα!

j.    Υποκειμενική συμπεριφορά
Όχι όταν η απόφαση της Διοίκησης βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα

Παράδειγμα:
απόλυση εφημέριου επειδή εγκατέλειψε τη θέση του,
καταλογιστική πράξη για επιστροφή οικονομικής ενίσχυσης λόγω εικονικότητας φορολογικών στοιχείων
όχι για απαλλοτρίωση, για χαρακτηρισμό διατηρητέου λόγω παραδοσιακής μορφής, για αργία δημάρχου σε περίπτωση τέλεσης κακουργήματος

Πρόβλημα: αναδάσωση έκτασης λόγω παράνομης εκχέρσωσης από τον ιδιοκτήτη του δάσους

k.    Θετική βλάβη – αυτεπάγγελτη ενέργεια
Όχι όταν αρνείται χορήγηση δικαιώματος – δημιουργία νέας νομικής κατάστασης, αλλά βλάβη στα δικαιώματα – έννομα συμφέροντα

l.    Γνωστή διεύθυνση
————————————————————————————————————-

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
02.05.2011
VI. Συλλογικά όργανα της Διοίκησης – Σύνθετη διοικητική ενέργεια

9ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

22.    Με διάταξη νόμου καθορίζεται η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης Προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων ως εξής:
a.    Εκδίδεται πρόσκληση του Υπουργού, με την οποία τάσσεται προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων.
b.    Μετά την υποβολή των υποψηφιοτήτων, εκδίδεται απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (ΕΥΣ), με την οποία επιλέγεται ο υπάλληλος που θα τοποθετηθεί σε κάθε θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης.
c.    Η διαδικασία ολοκληρώνεται με απόφαση του Υπουργού για την τοποθέτηση του επιλεγέντος ως Προϊσταμένου.

23.    Σύμφωνα με το νόμο, το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αποτελείται από έξι μέλη και συγκεκριμένα: έναν επίτιμο αντιπρόεδρο ανώτατου δικαστηρίου, έναν καθηγητή πανεπιστημίου, τους δύο προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων Διοικητικής Υποστήριξης των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών και τον πρόεδρο της ΑΔΕΔΥ.

24.    Κατόπιν σχετικής πρόσκλησης του Υπουργού Χ ξεκίνησε διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων του Υπουργείου. Συγκροτήθηκε το ΕΥΣ με συμμετοχή των Β και Γ οι οποίοι είχαν ορισθεί ως προϊστάμενοι των Γενικών Διευθύνσεων Διοικητικής Υποστήριξης των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών, χωρίς ποτέ να ακυρωθεί η πράξη διορισμού τους.

25.    Ο Α υπέβαλε υποψηφιότητα για θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Χ και δεν επιλέχθηκε για τοποθέτηση από το ΕΥΣ. Εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού για τοποθέτηση του Δ στη θέση Προϊσταμένου.

26.    Ο Α υπέβαλε αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης του Υπουργού περί τοποθέτησης του Δ ως Προϊσταμένου, υποστηρίζοντας:
a.    Ότι οι Β και Γ οι οποίοι συμμετείχαν στο ΕΥΣ με την ως άνω ιδιότητά τους, δεν είχαν ορισθεί με τη νόμιμη διαδικασία ως Προϊστάμενοι των αντίστοιχων ΓΔ των Υπουργείων.
b.    Ότι δεν είχαν ορισθεί τα αναπληρωματικά μέλη του ΕΥΣ.
c.    Ότι δεν επιτρέπεται συγκρότηση συλλογικού οργάνου με άρτιο αριθμό μελών.

Ερωτάται

39.    Τι είναι το ΕΥΣ;
•    Διοικητικό όργανο;
o    ΝΛ: όταν εντάσσεται στη διοικητική οργάνωση του Κράτους
o    Διοικητικά είναι τα όργανα που συνδέονται με ορισμένο δημόσιο νομικό πρόσωπο, ειδικά δε για το κράτος, όσα συνδέονται με το όργανο Κυβέρνηση με σχέση ιεραρχίας ή ελέγχου
•    Διακρίσεις διοικητικών οργάνων
o    Αποφασιστικά – Γνωμοδοτικά
o    Γενικής αρμοδιότητας – ειδικής αρμοδιότητας
o    Μονοπρόσωπα ή ατομικά / πολυπρόσωπα ή συλλογικά – σύνθετα;
o    Κρατικά, δημοτικά κ.λπ.
o    Άμεσα ή έμμεσα (άμεσα δεν καταργούνται με πράξη του νομοθέτη)
o    Νομικό καθεστώς: δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου
Αποφασιστικό, ειδικής αρμοδιότητας, συλλογικό, κρατικό, έμμεσο διοικητικό όργανο το οποίο διέπεται από κανόνες δημοσίου δικαίου.

40.    Τα επιχειρήματα του Α αφορούν στη συγκρότηση ή στη σύνθεση του συλλογικού οργάνου;
Συγκρότηση: να έχουν επιλεγεί όλα τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη = ατομική διοικητική πράξη, η οποία δεν χρειάζεται δημοσίευση, εκτός εάν άλλως προβλέπεται (άρθρο 13 ΚΔΔ)
Σύνθεση: αφορά στο ποιοι μετέχουν σε συνεδρίαση – απαρτία, πρόσκληση, αρχή αμεροληψίας (άρθρο 14 ΚΔΔ)

41.    Είναι νόμιμο το επιχείρημα του Α όσον αφορά στη συμμετοχή των Β και Γ στο ΕΥΣ;

•    Περιπτώσεις ex officio συμμετοχής στο συλλογικό όργανο ή επειδή κατέχουν ορισμένη θέση ή έχουν ορισμένη ιδιότητα.
•    Παρ. 4 άρθρου 13 ΚΔΔ: «Η τυχόν κατά παράνομο τρόπο κτήση της ιδιότητας υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του οργάνου.»
•    ΣτΕ 3058/2009: «Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθίστανται μη νόμιμες μόνο οι πράξεις του συλλογικού οργάνου, οι οποίες εκδίδονται με τη συμμετοχή των ως άνω μελών μετά την ακύρωση του διορισμού τους στις ως άνω θέσεις (βλ. ΣΕ 2802/1984 ολομ.).»
•    Γιατί; (ατομικές διοικητικές πράξεις – τεκμήριο νομιμότητας)

42.    Εάν ήταν παράνομος ο διορισμός των Β και Γ ως μελών του ΕΥΣ (π.χ. λόγω μη τήρησης ουσιώδους τύπου), θα είχε συγκροτηθεί νόμιμα το συλλογικό όργανο;

43.    Εάν επρόκειτο για ατομικό όργανο της Διοίκησης και ήταν παράνομος ο διορισμός, ποιος κανόνας θα εφαρμοζόταν;

44.    Εάν ο ισχυρισμός του Α ότι δεν έχουν ορισθεί αναπληρωματικά μέλη αληθεύει, τίθεται θέμα κακής συγκρότησης του ΕΥΣ;

a.    Άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α’ ΚΔΔ: «Για τη νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου απαιτείται ο ορισμός, με πράξη, όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος.»
b.    Όμως, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις από την απαίτηση ορισμού όλων των μελών:
i.    Αρκεί ορισμός τακτικών εάν δεν χρειασθεί αναπλήρωση
ii.    Εάν αναπληρωματικό παράνομη επιλογή, τότε μη νόμιμη συγκρότηση μόνο εάν αναπληρώσει
iii.    Αιρετά μέλη (13 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΔΔ)
iv.    Δεν θίγεται η νόμιμη συγκρότηση και το συλλογικό όργανο μπορεί να λειτουργήσει για 3 μήνες όταν ελλείπει κάποιο μέλος του, αρκεί να υπάρχει απαρτία (13 παρ. 5 ΚΔΔ).

45.    Ευσταθεί ο ισχυρισμός του Α ότι απαιτείται περιττός αριθμός για τη νόμιμη συγκρότηση των συλλογικών οργάνων;

Όχι, δεν υπάρχει τέτοιος συνταγματικός κανόνας.

46.    Εάν υποθέσουμε ότι οι ισχυρισμοί του Α είναι νόμιμοι και βάσιμοι, τίθεται θέμα νομιμότητας της απόφασης του Υπουργού;

a.    Σύνθετη διοικητική ενέργεια: αλληλουχία περισσότερων διαδοχικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες επιδιώκεται η επέλευση του τελικού εννόμου αποτελέσματος:
i.    Διαδοχική έκδοση τουλάχιστον 2 εκτελεστών διοικητικών πράξεων
ii.    Στο πλαίσιο της ίδιας νομοθεσίας
iii.    Όλες οι πράξεις απαιτούνται κατά το νόμο για την επέλευση του αποτελέσματος.
b.    Κάθε επιμέρους πράξη είναι εκτελεστή, μέχρι να ενσωματωθεί στην επόμενη, οπότε χάνει την αυτοτέλεια και εκτελεστότητά της.
c.    Στην τελική ενσωματώνονται οι προηγούμενες και όταν ελέγχεται η νομιμότητά της εξετάζονται όχι μόνον οι δικές της πλημμέλειες, αλλά και τυχόν πλημμέλειες που έχουν οι προηγούμενες πράξεις, και οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε ακύρωση της τελικής.
d.    Διάκριση από συναφείς πράξεις

47.    Τι είδους αρμοδιότητα ασκούν το ΕΥΣ και ο Υπουργός στο πλαίσιο της διαδικασίας που περιγράφεται στο ιστορικό;

•    Αρμοδιότητα είναι η ικανότητα του διοικητικού οργάνου που προβλέπεται από κανόνες δικαίου είτε να θεσπίζει κανόνες δικαίου με μονομερείς πράξεις ή να συμβάλλει στη θέσπιση τέτοιων κανόνων ή να προβαίνει σε υλικές ενέργειες
•    Απόρροια της αρχής της νομιμότητας
•    Διακρίσεις:
o    Καθ΄ύλην – κατά τόπο
o    Αποφασιστική – γνωμοδοτική
o    Δέσμια – διακριτική ευχέρεια
o    Αποκλειστική – συντρέχουσα
o    Ατομική – συλλογική

—————————————————————————————————————-

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
09.05.2011
VII. Διοικητική διαδικασία – Γνωμοδοτική διαδικασία – Ελαττωματικές διοικητικές πράξεις

10ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

27.    Ο Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Χ αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του, για τη σύναψη σύμβασης προμήθειας αγαθών ο Σύνδεσμος οφείλει να διενεργεί δημόσιο διαγωνισμό. Ο δημόσιος διαγωνισμός κινείται με τη δημοσίευση διακήρυξης. Υποβάλλονται προσφορές οι οποίες αξιολογούνται από Επιτροπή Διαγωνισμού. Η Επιτροπή Διαγωνισμού συντάσσει πρακτικό με το οποίο γνωμοδοτεί στην Εκτελεστική Επιτροπή του Συνδέσμου επί του παραδεκτού των προσφορών. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι αρμόδια για την έκδοση απόφασης επί του παραδεκτού. Σε επόμενο στάδιο, η Επιτροπή Διαγωνισμού γνωμοδοτεί για την κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού και αποφασίζει η Εκτελεστική Επιτροπή.

28.    Με διακήρυξη η οποία δημοσιεύθηκε από τον Σύνδεσμο Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Χ κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν προσφορές για την προμήθεια ενός προωθητή γαιών. Σύμφωνα με την διακήρυξη, τίθενται συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές για τον προσφερόμενο προωθητή, ενώ προβλέπεται ότι επιτρέπονται μικρές αποκλίσεις εφόσον πρόκειται για ισοδύναμη τεχνικά λύση.

29.    Με το Πρακτικό Ι η Επιτροπή Διαγωνισμού γνωμοδότησε ότι η προσφορά της εταιρείας Α είναι απαράδεκτη, επειδή διαπίστωσε απόκλιση από τις τεχνικές προδιαγραφές, χωρίς να απαντήσει στους ισχυρισμούς της εταιρείας Α, ότι ο προσφερθείς από αυτήν προωθητής αποτελούσε ισοδύναμη τεχνική λύση. Η Εκτελεστική Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία αποδέχθηκε τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Διαγωνισμού και απέρριψε την προσφορά της Α ως απαράδεκτη, αποκλείοντας την Α από την περαιτέρω διαδικασία.

30.    Στη συνέχεια εκδόθηκε το Πρακτικό ΙΙ με το οποίο η Επιτροπή Διαγωνισμού γνωμοδότησε για την κατακύρωση του διαγωνισμού στον Β. Η Εκτελεστική Επιτροπή αποδέχθηκε την γνωμοδότηση της Επιτροπής και εξέδωσε την κατακυρωτική απόφαση.

31.    Ο Α προσέφυγε κατά της πράξης κατακύρωσης και ισχυρίσθηκε ότι η απόφαση περί αποκλεισμού του από τον διαγωνισμό είναι παράνομη, γιατί η γνωμοδότηση της Επιτροπής ήταν αναιτιολόγητη.

Ερωτάται

48.    Πως χαρακτηρίζεται από την άποψη του διοικητικού δικαίου η διαδικασία διαγωνισμού που περιγράφεται ανωτέρω;

    Διοικητική διαδικασία: Σύνθετο σύστημα ενεργειών το οποίο διέπει τη δράση της δημόσιας διοίκησης
o    Οι ενέργειες: κύριες / δευτερεύουσες, προπαρασκευαστικές εκτελεστικές, διαφορετικής βαρύτητας
o    Όλη η διαδικασία σχηματισμού της βούλησης του διοικητικού οργάνου που αποτυπώνεται στη διοικητική πράξη
o    Ιδιαίτερη σημασία: επηρεάζει το κύρος της πράξης που εκδίδεται
o    Στοιχεία της διοικητικής διαδικασίας:
    Αριθμός ενεργειών: σειρά νομικώς συντεταγμένων πράξεων των οποίων η μία αποτελεί επακόλουθο της άλλης
    Χρονική σειρά: χρονικές ενότητες, των οποίων η αλληλουχία οδηγεί σε τελική πράξη, δηλ. στη διοικητική πράξη
    Σύνθεση χρόνου και αριθμού = Τρόπος: μέθοδος αλληλουχίας ενεργειών και χρόνου
    Σύνθετη διοικητική ενέργεια αλληλουχία περισσότερων διαδοχικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες επιδιώκεται η επέλευση του τελικού εννόμου αποτελέσματος:
    Διαδοχική έκδοση τουλάχιστον 2 εκτελεστών διοικητικών πράξεων
    Στο πλαίσιο της ίδιας νομοθεσίας
    Όλες οι πράξεις απαιτούνται κατά το νόμο για την επέλευση του αποτελέσματος.
Συντρέχουν εν προκειμένω τα ανωτέρω; Ποιες πράξεις διακρίνονται στη διαδικασία που περιγράφεται;

49.    Το επιχείρημα του Α προβάλλεται παραδεκτώς στο πλαίσιο δικαστικής προσβολής της κατακυρωτικής απόφασης;

Όταν έχουμε σύνθετη διοικητική ενέργεια:
    Κάθε επιμέρους πράξη είναι εκτελεστή, μέχρι να ενσωματωθεί στην επόμενη, οπότε χάνει την αυτοτέλεια και εκτελεστότητά της.
    Στην τελική ενσωματώνονται οι προηγούμενες και όταν ελέγχεται η νομιμότητά της εξετάζονται όχι μόνον οι δικές της πλημμέλειες, αλλά και τυχόν πλημμέλειες που έχουν οι προηγούμενες πράξεις, και οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε ακύρωση της τελικής.

50.    Τι αρμοδιότητα ασκεί η Επιτροπή Διαγωνισμού;

    Γνωμοδοτική αρμοδιότητα – διαδικασία:
o    Νομική έκφραση μίας άποψης από μονομελές ή συλλογικό διοικητικό όργανο που απευθύνεται προς άλλο όργανο της διοίκησης το οποίο έχει αρμοδιότητα έκδοσης απόφασης επί του θέματος στο οποίο αφορά η γνώμη
o    Επηρεάζει το περιεχόμενο της διοικητικής πράξης που πρόκειται να εκδοθεί από το όργανο το οποίο έχει αποφασιστική αρμοδιότητα
o    Ο βαθμός επηρεασμού καθορίζεται από το είδος της γνώμης που εκάστοτε προβλέπεται (απλή – σύμφωνη – πρόταση)

51.    Ποιες διακρίσεις υπάρχουν σχετικά με τη γνωμοδοτική διαδικασία;

    Προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις:
i.    Σύνταγμα (102 παρ. 4, 103 παρ. 4)
ii.    Νόμος – συγκεκριμένες και ορισμένες ρυθμίσεις
iii.    Κανονιστικές πράξεις
iv.    Διακρίσεις:
    Υποχρεωτική: ουσιώδης τύπος – ακυρότητα
    Προαιρετική: κατά κανόνα, διακριτική ευχέρεια οργάνου να τη ζητήσει
    Οικειοθελής γνωμοδοτική διαδικασία
i.    τη ζητά το αποφασίζον όργανο, εφόσον αυτό δεν απαγορεύεται από αντίθετη διάταξη για να διαφωτιστεί
ii.    Μορφή αυτοδέσμευσης της Διοίκησης – εάν αποφασίσει γνωμοδοτική διαδικασία οφείλει να την τηρήσει, άλλως ακυρότητα
iii.    Ακυρότητα οικειοθελούς γνωμοδότησης συνεπάγεται ακυρότητα και της εκτελεστής πράξης

    Κατηγορίες γνώμης (άρθρο 20 ΚΔΔ)
i.    Απλή γνώμη [και το πρακτικό επεξεργασίας Π.Δ. από το ΣτΕ]
ii.    Σύμφωνη γνώμη
iii.    Πρόταση
iv.    Υποχρεωτική γνωμοδότηση: κατ’ ουσίαν εκτελεστή πράξη

52.    Τι είδους γνώμη δίδει εν προκειμένω η Επιτροπή Διαγωνισμού

Απλή γνώμη

    Δεν είναι δεσμευτικό το περιεχόμενό της για το αποφασίζον όργανο = μπορεί να εκδώσει πράξη διαφορετικού περιεχομένου
    Δεν είναι εκτελεστή πράξη – Δεν είναι αυτοτελής – ενσωματώνεται στην εκτελεστή
    Δεν δημιουργεί νέα νομική κατάσταση ούτε επάγεται έννομα αποτελέσματα για το διοικούμενο στον οποίο αφορά
    Εάν το αποφασίζον όργανο θεωρήσει ότι δεσμεύεται από αυτήν χωρίς αυτό να είναι επιλογή του, τότε η πράξη που εκδίδεται πάσχει ακυρότητα
    Υποχρεώσεις αποφασίζοντος οργάνου όταν προβλέπεται απλή γνώμη από το νόμο:
i.    Να διατυπώσει ερώτημα προς το γνωμοδοτικό όργανο
ii.    Να αιτιολογήσει ειδικά τυχόν απόκλιση από τη γνώμη – διαφορετικά ακυρότητα ως αναιτιολόγητη πράξη
    Δεν προσβάλλεται αυτοτελώς – τυχόν πλημμέλειά της όμως, επηρεάζει το κύρος της εκτελεστής πράξης που ερείδεται στη γνώμη

53.    Γιατί δεν είναι σύμφωνη γνώμη;

    Όταν το αποφασίζον όργανο δεν μπορεί να αλλάξει το περιεχόμενο της γνώμης – μπορεί να απέχει από την έκδοση πράξης
    Απαιτείται να προβλέπεται ρητά στις σχετικές διατάξεις ότι είναι σύμφωνη
    Μη αυτοτελής μη εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία ενσωματώνεται στην αντίστοιχη θετική ή αρνητική πράξη του αποφασίζοντος οργάνου
    Περίπτωση οιονεί συναρμοδιότητας

Είδη σύμφωνης γνώμης:

    Θετική σύμφωνη γνώμη:
◦    το αποφασίζον όργανο οφείλει είτε να ακολουθήσει τη γνώμη είτε να μην εκδώσει πράξη (να απόσχει από κάθε ενέργεια ΣτΕ)
◦    Η μη αποδοχή της θετικής σύμφωνης γνώμης πρέπει να αιτιολογείται ειδικά
◦    Η ευχέρεια μη έκδοσης πράξης δεν είναι απόλυτη:
    Διακριτική ευχέρεια: υπέρβαση άκρων ορίων
    Δέσμια αρμοδιότητα: παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας
    Αρνητική σύμφωνη γνώμη:
◦    Εμποδίζει την έκδοση θετικής από το αποφασίζον όργανο ή το υποχρεώνει σε έκδοση αρνητικής πράξης
◦    Όταν δεν ενσωματώνεται σε αρνητική εκτελεστή πράξη είναι η ίδια εκτελεστή και αυτοτελώς προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως και με διοικητικές προσφυγές

54.    Γιατί δεν είναι πρόταση;

    Υποβάλλεται με πρωτοβουλία του γνωμοδοτικού οργάνου
    Όταν προβλέπεται μόνον αυτή μπορεί να κινήσει τη διαδικασία έκδοσης της εκτελεστής πράξης
    Ουσιώδης τύπος της διαδικασίας που επισύρει ακυρότητα εφόσον δεν τηρηθεί
    Ως προς τη δεσμευτικότητα ομοιάζει με τη σύμφωνη γνώμη
    Θετική & αρνητική

55.    Είναι βάσιμο το επιχείρημα του Α;

Χαρακτηριστικά γνώμης

    Γραπτός τύπος
    Αιτιολογία
o    Κατά τη νομολογία: πλήρης, ορισμένη, επαρκής
o    Ανεπαρκής:
    δεν απαντά σε ισχυρισμό διοικουμένου,
    είναι γενική και αόριστη,
    αναφέρεται συλλήβδην σε λόγους χωρίς να εξειδικεύει,
    απορρίπτει αίτημα χωρίς εξέταση περιστατικών που επικαλείται ο διοικούμενος
o    Η αιτιολογία συνδέεται με την αιτιολογία της εκτελεστής πράξης
o    Η αιτιολογία της εκτελεστής πράξης δεν καλύπτει την πλημμέλεια της σύμφωνης γνώμης ή πρότασης
o    Ειδική αιτιολογία όταν το γνωμοδοτικό όργανο αλλάζει την γνώμη του πριν από την έκδοση της εκτελεστής πράξης
    Επικαιρότητα
o    Πριν από την έκδοση της πράξης
o    Αναμονή έκδοσης γνώμης για εύλογο χρόνο από το αποφασίζον όργανο (όπως ορίζεται στις οικείες διατάξεις)
o    Να μην απέχει από την εκτελεστή πράξη πέραν του ευλόγου χρόνου, άλλως κίνδυνος να μην αναφέρονται στα ίδια πραγματικά και νομικά δεδομένα

56.    Εάν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α, τι ελάττωμα έχει η απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής;

    Τριπλή διάκριση ελαττωματικών πράξεων
i.    Ανυπόστατες (από ιδιώτη, δεν φέρουν εξωτερικά γνωρίσματα, προϊόν βίας)
ii.    Άκυρες (καθ’ υπέρβαση καθηκόντων – κατά κλάδο αναρμόδιο όργανο)
iii.    Ακυρώσιμες οι πράξεις που πάσχουν ελάττωμα (αναρμοδιότητα, τύπος, ουσιαστική διάταξη νόμου)

    Διπλή διάκριση
i.    Ανυπόστατες (ανυπόστατες και άκυρες)
ii.    Άκυρες (ακυρώσιμες)

    Σημασία διάκρισης
i.    Ανυπόστατες και άκυρες: όχι τεκμήριο νομιμότητας, όχι εκτελεστότητα, όχι αίτηση ακύρωσης, όχι αστική ευθύνη
ii.    Άκυρες: έχουν τεκμήριο νομιμότητας, παράγουν έννομα αποτελέσματα, δημιουργούν αστική ευθύνη

———————————————————————————————————–

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
10.05.2011
VIIΙ. Εξωσυμβατική ευθύνη Δημοσίου

11ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

32.    Με προκήρυξη του Δημάρχου Χ προκηρύχθηκε η πλήρωση θέσεων του κλάδου ΥΕ εργατών καθαριότητας, με σειρά προτεραιότητας, αναλόγως του χρόνου κτήσης τίτλου σπουδών. Η Α υπέβαλε αίτηση για την κατάληψη μίας από τις θέσεις και κρίθηκε βάσει του προσωρινού πίνακα κατατάξεως διοριστέα. Κατόπιν διενέργειας αυτεπαγγέλτου ελέγχου νομιμότητας από το ΑΣΕΠ, η Α, η οποία είχε υποβάλει απολυτήριο λυκείου, κατετάγη στον τελικό πίνακα διοριστέων 1 σε σειρά που δεν επέτρεπε το διορισμό της, αφού προτάχθηκαν αυτής υποψήφιοι βάσει του έτους κτήσεως τίτλου στοιχειώδους εκπαιδεύσεως. Η Α άσκησε αίτηση ακύρωσης κατά του πίνακα 1, η οποία έγινε δεκτή. Καταρτίσθηκε νέος πίνακας διοριστέων (2) και η Α διορίσθηκε σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΥΕ εργατών καθαριότητας, αμέσως μετά την κατάρτιση του πίνακα διοριστέων 2, στον οποίον τελικώς συμπεριελήφθη

33.    Η Α άσκησε αγωγή κατά το Δήμου, ζητώντας να της καταβληθεί ως αποζημίωση το ποσό που θα αντιστοιχούσε στις αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση του τελικού πίνακα διοριστέων 1 μέχρι τον διορισμό της.
Ερωτάται

57.    Ποια είναι η νομική βάση της αγωγής της Α;

•    άρθρα 106 + 105 ΑΚ : Αστική ευθύνη Δημοσίου = υποχρέωση του δημοσίου ή νπδδ να αποκαθιστούν (συνήθως με μορφή αποζημίωση; σε χρήμα) τις ζημιογόνες συνέπειες των παράνομων πράξεων, παραλήψεων και υλικών ενεργειών των οργάνων τους
•    Αστική ευθύνη του Κράτους: ΑΠ 11/1858 (πλοιοκτήτης – παράνομη παρεμπόδιση απόπλευσης πλοίου από υπάλληλο που επεδίωκε να δωροδοκηθεί)
•    Πρόβλημα: δαπάνες του κράτους – επιβάρυνση του προϋπολογισμού, ωστόσο:
o    έντονη παρέμβαση στην οικονομική δραστηριότητα → καθιέρωση αστικής ευθύνης
o    ακόμη και όταν υποχωρεί το κράτος, εποπτική λειτουργία
o    Ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη κοινωνία / νέες πηγές κινδύνων από εξέλιξη της τεχνολογίας

58.    Υπάρχουν άλλοι κανόνες που ρυθμίζουν θέματα αποζημίωσης από το Δημόσιο;

    Συμβατική ευθύνη δημοσίων νομικών προσώπων
    Εξωσυμβατική αστική που διέπεται από ιδιωτικό δίκαιο: 104 ΑΚ
    Διάκριση από περιπτώσεις κατά τις οποίες θεσπίζεται υποχρέωση αποζημίωσης από νόμιμες πράξεις (απαλλοτρίωση, επίταξη, περιορισμός ιδιοκτησίας, εθνικοποίηση)
    Διάκριση από αδικαιολόγητο πλουτισμό
    Άθρ.5 παρ. 7 Ν.1943/1991 (άρθρ.7 παρ. 1 Ν.3242/2004): “Σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών που προβλέπονται στις διατάξεις του Ν. 2690/1999, όπως ισχύουν, καταβάλλεται στον αιτούντα, από τον οικείο φορέα, πλήρης αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή αφαιρείται από το τυχόν, μεταγενεστέρως, επιδικαζόμενο ποσό, εφόσον γίνει δεκτή από το αρμόδιο δικαστήριο σχετική αγωγική απαίτηση, κατά τις περί αστικής ευθύνης διατάξεις.”
ΣτΕ 3847/2010: «Ενόψει του ανωτέρω προέχοντος σκοπού των διατάξεων αυτών, το χρηματικό ποσό, το οποίο η αρμόδια Επιτροπή του εδαφίου β΄ της παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 2690/1999 επιβάλλει σε δημόσια υπηρεσία να καταβάλει σε πολίτη, έχει πάντοτε το χαρακτήρα κύρωσης, ανεξάρτητα αν υπό το καθεστώς του ν. 1943/1991 το ποσό αυτό είχε προβλεφθεί υπό μορφή συμβολικής αποζημίωσης, ήδη δε υπό το μεταγενέστερο καθεστώς του ν. 3242/2004 ισούται με πλήρη αποζημίωση. Συνεπώς, λόγω του κυρωτικού χαρακτήρα που έχει πάντοτε η επιβολή από την αρμόδια Επιτροπή του ανωτέρω ποσού στην υπηρεσία που καθυστερεί να αποφανθεί εγκαίρως επί αιτήματος διοικουμένου, οι μνημονευόμενες πιο πάνω διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και του ν. 3242/2004 δεν εντάσσονται στη νομοθεσία περί αποζημίωσης λόγω ευθύνης του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Άλλωστε, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3242/2004, που αντικατέστησε την παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 1943/1991, επιφυλάσσει στο διοικούμενο το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ.»

59.    Συνταγματικό θεμέλιο των διατάξεων περί αστικής ευθύνης;

    Αρχή κράτους δικαίου – Αρχή νομιμότητας / επανορθωτική λειτουργία για αποκατάσταση της νομιμότητας
    Αρχή ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 Σ)

Συνέπειες:
    μη δυνατότητα πλήρους κατάργησης ή υπέρμετρου περιορισμού ή να δυσχεραίνεται υπέρμετρα το δικαίωμα
    η συνταγματική θεμελίωση (νλ) συνεπάγεται εφαρμογή της εξαιρετικά για ζημίες που προκαλούνται από τυχαία γεγονότα κατά τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας σε πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία του δημοσίου, εφόσον η εκτέλεση της δημόσιας υπηρεσίας συνεπάγεται έκθεση σε αυξημένους κινδύνους για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα αυτών

    Πλήρης και αποτελεσματική δικαστική προστασία (άρθρο 20 παρ. 1 Σ)

60.    Χρησιμότητα:

•    μη πλήρης αποκατάσταση από άλλα ένδικα βοηθήματα και μέσα (πχ ακύρωση παράνομης πράξης)
o    μόνο ακύρωση και όχι αποκατάσταση
o    υλικές ενέργειες, μη εκτελεστές δ.πρ., κυβερνητικές πράξεις δεν προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης = Καλύπτει και περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν διατίθεται άλλο ένδικο βοήθημα

61.    Συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί αστικής ευθύνης;

    Ζημιογόνο γεγονός
    Ζημία
     Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας
Σύγκριση με διατάξεις κοινού δικαίου: ΑΚ 914 «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.»

62.    Ζημιογόνο γεγονός

    Πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια: ευρεία κατανόηση

•    ατομική διοικητική πράξη δυσμενής: αρνητική ή επιβάλλει υποχρέωση ή καταργεί δικαίωμα ή αρνείται συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση
•    ατομική διοικητική πράξη επωφελής, όταν εκδόθηκε παράνομα χωρίς πταίσμα του διοικούμενου και ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε
•    ατομική διοικητική πράξη επωφελής, που είναι δυσμενής για τρίτο
•    Μη εκτελεστές διοικητικές πράξεις (γνωμοδοτήσεις, μέτρα εσωτερικής τάξης, παροχή πληροφοριών)
•    Κανονιστικές διοικητικές πράξεις άμεσης εφαρμογής που καταργεί ή περιορίζει δικαίωμα ή επιβάλλει υποχρέωση
•    Κανονιστικές διοικητικές πράξεις άμεσης εφαρμογής αντίθετες προς υπερκείμενο κανόνα
•    Υλικές ενέργειες οποιαδήποτε φύσεως (κακή οδήγηση, χρήση όπλων, κακή λειτουργία σηματοδότη κυκλοφορίας, εσφαλμένη διάγνωση, κατάληψη ακινήτου, κατεδάφιση ακινήτου )
•    Παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (μη έκδοση κατακυρωτικής απόφασης σε διαγωνισμό ή μετά από αίτηση)
•    παράλειψη εσωτερικών ενεργειών (π.χ. μη διαβίβαση στην αρμόδια υπηρεσία εγκαίρως αίτησης αναθεώρησης πράξης απόλυσης)
•    Παράλειψη έκδοσης κανονιστικής πράξης (μη έγκαιρη απαγόρευση βοείου κρέατος από ΗΒ – καταστροφή ποσοτήτων) εάν υπάρχει υποχρέωση
•    Παράλειψη υλικής ενέργειας που είναι σχετική με τη μονομερή δραστηριότητα του οργάνου (μέτρα προστασίας σε διαδήλωση, υγειονομικά μέτρα, μη επέκταση πυρκαγιάς, ολισθηρότητα οδών, εξέταση αίματος πριν από μεταγγίσεις, πλημμελής επίβλεψη κατά την εκτέλεση δημόσιων έργων)
•    τυχαία γεγονότα, όταν η άσκηση της δημόσιας εξουσίας έχει ως συνέπεια καταστάσεις ή δραστηριότητες που εκ φύσεως αποτελούν πηγές κινδύνου ζημιών

     Όργανο του Δημοσίου ή νπδδ

•    Εκτελεστική λειτουργία = Δημόσιο και νπδδ – διασταλτική ερμηνεία

o    Όλα τα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας και στο σύνολο της δραστηριότητάς τους ανεξάρτητα από το νομικό δεσμό με τον ποίο συνδέονται με το Δημόσιο / νπδδ
    μονοπρόσωπα και συλλογικά
    αποφασιστικές – γνωμοδοτικές αρμοδιότητες
    επικεφαλής της εκτελεστικής λειτουργίας και ιεραρχικώς επόμενα όργανα
    ΑΔΑ
    Διφυή νομικά πρόσωπα όταν ασκούν δημόσια εξουσία
    όργανα που προβαίνουν μόνο σε υλικές ενέργειες
o    Νομικές πράξεις: όργανα με στενή έννοια
o    Υλικές πράξεις: όργανα με την ευρεία έννοια (πρόσωπα που συνδέονται με το δημόσιο νομικό πρόσωπο με ειδική νομική σχέση και έχουν αρμοδιότητα την προπαρασκευή ή εκτέλεση νομικών πράξεων ή διενέργεια υλικών πράξεων για την πραγμάτωση των επιδιωκόμενων νομικών σκοπών)
o    Ανεξάρτητα από νομικό δεσμό, ακόμη και όταν αυτός πάσχει – όχι εάν δεν υπάρχει ή είναι ανυπόστατος ο διορισμός
o    όταν στο πλαίσιο της διοικητικής εποπτείας προβλέπεται έγκριση της πράξης των νπδδ, εάν η πράξη αυτή είναι παράνομη ευθύνεται το εποπτευόμενο όργανα που την ενήργησε και όχι το Δημόσιο.

•    Νομοθετική λειτουργία :

o    όταν αντίκειται σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος (Σ, Ευρωπαϊκό, ΕΣΔΑ κ.λπ.) , εφόσον πρόκειται για διατάξεις άμεσης εφαρμογής
o    παράλειψη νομοθέτησης
o    διοικητικές αρμοδιότητες

•    Δικαστική λειτουργία:

o    διοικητικές αρμοδιότητες (προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις δικαστικών λειτουργών, υπηρεσιακή κατάσταση δικαστικών υπαλλήλων, μισθοδοτικές καταστάσεις, συντήρηση δικαστηρίων, τήρηση τάξης σε αίθουσες δικαστηρίων)
o    αντίθεση στο ευρωπαϊκό δίκαιο
o    κατά τα λοιπά ατομική ευθύνη δικαστών

     Άσκηση δημόσιας εξουσίας (άμεση εσωτερική συνάφεια για υλικές πράξεις- παραλείψεις)

•    Δημόσια εξουσία: δραστηριότητα η οποία διέπεται από εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς και συνδέεται με την αναγνώριση ή επιβάρυνση των οργάνων του Δημοσίου με ιδιαίτερα προνόμια ή υποχρεώσεις αντίστοιχα
•    Εσωτερική συνάφεια πράξης με τα καθήκοντα του οργάνου
o    Σχετική με την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών
o    Σχετική με την υπηρεσία που ανατέθηκε
o    Γεγονότα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή επ’ ευκαιρίας της, κατά την αντικειμενική και φυσική πορεία των πραγμάτων
o    Κατάχρηση της υπηρεσίας (παράβαση διαταγών και οδηγιών προϊσταμένων)
o    Όχι: πράξεις εκτός υπηρεσιακών καθηκόντων που οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα – όχι απλώς επ’ ευκαιρία
o    Όχι όταν το όργανο ενεργεί με πταίσμα
o    όμως, ναι όταν χρησιμοποιείται μέσο που κατέχει κάποιος λόγω υπηρεσιακής ιδιότητας

     Παράβαση νόμου – παρανομία

•    105 ΕισΝΑΚ: Λευκός κανόνας → Οποιαδήποτε παράβαση κανόνα δικαίου με τον οποίο προστατεύεται / παρέχεται δικαίωμα ή έννομο συμφέρον (Σ, τυπικός νόμος, κανονιστική πράξη, κοινοτικό δίκαιο, διεθνές δίκαιο, γενικές αρχές διοικητικού δικαίου, δεδομένα κοινής πείρας και αρχής καλής πίστεως)
•    Ουσιαστική παρανομία ή εξωτερική νομιμότητα;
•    Παρανομία και όταν δράση χωρίς νομοθετικό θεμέλιο – σύγκριση με ιδιωτικό δίκαιο
•    Υλική ενέργεια: αντίθεση προς κανόνες καλής λειτουργίας διοίκησης ή κανόνες επιστήμης και τέχνης που κατά κοινή πείρα και καλή πίστη είναι σχετικοί με την άσκηση των καθηκόντων
•    Αντικειμενική ευθύνη – αδιάφορη η σαφήνεια νόμου – δεν απαιτείται πταίσμα, πλην άρθ. 5 ν. 2522/1997- 9 παρ. 1 ν. 3886/2010 (μη καταβολή της επιμέλειας που οφείλουν κατά την άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων) & 198 ΑΚ
•    Άρση παρανόμου: συναίνεση (όχι όμως χρηστά ήθη/ δημόσια τάξη/ απειλή, παράνομη βία ή εκμετάλλευση ανάγκης) – ανωτέρα βία

    Μη παραβίαση διάταξης κείμενης χάριν του γενικού συμφέροντος αποκλειστικά

•    Ελάχιστες περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης λόγω παράβασης διάταξης νόμου κείμενης αποκλειστικά για το δημόσιο συμφέρον (π.χ. διατάξεις δασικού κώδικα – καθήκοντα υπαλλήλων για πρόληψη περαιτέρω εξάπλωσης πυρκαγιάς σε δάσος – χαρακτηρισμός αρχαιολογικού χώρου)

o

ΣΤΕ 100/2011: «… η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου υποχρεούται να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την πράξη που ακυρώθηκε, εκδίδοντας, κατά περίπτωση, άλλες πράξεις με αναδρομική ισχύ, ώστε να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη. Εν προκειμένω, με την ………….. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ακυρώθηκε η παράλειψη του Δήμου Περιστερίου να περιλάβει την αναιρεσείουσα στον πίνακα διοριστέων στις επίδικες θέσεις, κρίθηκε δε ότι πρέπει να χωρήσει επανακατάταξη της στον οικείο πίνακα βάσει του τίτλου σπουδών και τυχόν εγγραφή της στον πίνακα διοριστέων. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα, σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση, περιελήφθη τελικώς στον πίνακα διοριστέων, ο αναιρεσίβλητος Δήμος όφειλε, ως αρμόδιος κατά το νόμο φορέας, να την διορίσει αναδρομικώς από του χρόνου του διορισμού της στην θέση από την οποία απολύθηκε, ώστε να αρθούν οι συνέπειες της ακυρωθείσας παραλείψεως του. Η υποχρέωση αυτή εξάλλου, απορρέει κατά το Σύνταγμα ευθέως από την ακυρωτική απόφαση, χωρίς να απαιτείται η ρητή μνεία της. Κατόπιν τούτου, η παράλειψη του Δήμου ……. .. …. να προσδώσει αναδρομικότητα στην 235/2002 πράξη του Δημάρχου ώστε να ανατρέξει στο χρόνο της αρχικής προσλήψεως της αναιρεσείουσας, και περαιτέρω, η μη καταβολή των αποδοχών που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της αναδρομής, αποτελεί παράνομη παράλειψη αυτού κατά την έννοια του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ (πρβλ. ΣτΕ 1631/2000). Εξάλλου, υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως έχει ο αναιρεσίβλητος Δήμος, καθόσον πρόκειται για αποζημίωση αποδοχών υπαλλήλου του, ανεξαρτήτως αν στη διαδικασία επιλογής μετέσχε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, και το ΑΣΕΠ (πρβλ. ΣτΕ 2557/2006).»

12ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

1.    Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1481/1984 (Α΄ 152) προβλέπεται ότι ο κλάδος αστυνομίας τάξεως, ο οποίος ανήκει στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, έχει ως ειδικότερη αποστολή, εκτός των άλλων, την «απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών», καθώς και την «προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη».

2.    Κατά τη διάρκεια διαδήλωσης έγιναν επεισόδια και καταστράφηκαν η πρόσοψη του καταστήματος του Α καθώς και εμπορεύματα που υπήρχαν στο κατάστημα και υπέστη εμπρησμό το αυτοκίνητό του το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς.

3.    Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Δημοσίου ζητώντας αποζημίωση για τις περιουσιακές ζημίες που υπέστη και ισχυριζόμενος ότι κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης δεν παρίστατο ικανές δυνάμεις της αστυνομίας τάξεως που θα μπορούσαν να επιβάλλουν την τάξη έτσι ώστε να αποφευχθούν τα επεισόδια, καθώς οι αστυνομικές δυνάμεις προσήλθαν στο χώρο των συμβάντων και επενέβησαν με ήπια μέσα για την επιβολή της τάξης μία ώρα μετά την έναρξη των επεισοδίων.

Ερωτάται:

1.    Συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 105 ΑΚ;

«…η ανωτέρω διάταξη, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπει και στην προστασία των περιουσιών των καθ’ έκαστον ατόμων, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή της από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, δύναται να στοιχειοθετήσει, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος (βλ. Σ.τ.Ε. 28/2000, 3706, 3919/2001).»

13ο Πρακτικό θέμα  
Ιστορικό

1.    Η αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής ρυθμίζεται με νόμο και συγκεκριμένα με τον ν. 741/1977. Ο Α υπέβαλε το έτος 2002 αίτηση για αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλου σπουδών που έλαβε από εκπαιδευτικό ίδρυμα των ΗΠΑ. Επί του αιτήματος του Α εκδόθηκε αρνητική απόφαση του ΔΣ του ΔΙΚΑΤΣΑ το 2003 με την οποία το πτυχίο του Α δεν αναγνωρίζεται ως ισότιμο προς τα αντίστοιχα τμήματα των Ελληνικών Α.Ε.Ι., καθόσον η πλειοψηφία του διδακτικού του προσωπικού του κολεγίου από το οποίο χορηγήθηκε δεν είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, η κατοχή του οποίου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για όλα τα μέλη Δ.Ε.Π. των Ελληνικών Α.Ε.Ι. Ο Α υπέβαλε το 2004 αίτηση επανεξέτασης της απόφασης παρότι η δυνατότητα αυτή δεν προβλεπόταν στο ν. 741/1977.

2.    Τ0 2005 θεσπίσθηκε ο νέος ν. 3328/2005 με τον οποίο τροποποιήθηκε η διαδικασία αναγνώρισης της ισοτιμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του νόμου αυτού προβλέπεται πλέον ότι κατά των αρνητικών αποφάσεων του Οργανισμού ασκείται αίτηση επανεξέτασης εντός ορισμένης προθεσμίας ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής Επανεξέτασης, η οποία έχει την εξουσία να εξετάσει τόσο τη νομιμότητα της προβαλλόμενης πράξης, όσο και την ουσία της υπόθεσης και μπορεί είτε να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει την πράξη είτε να την τροποποιήσει, είτε να απορρίψει την προσφυγή. Επίσης προβλέπεται ότι τυχόν αιτήσεις επανεξέτασης οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Οργανισμού κρίνονται από διαδικαστική άποψη σύμφωνα με το άρθρο 13.

3.    Η αίτηση του Α απερρίφθη με πράξη του Προέδρου του Οργανισμού το 2006.

Ερωτάται

1.    Τι είναι η αίτηση επανεξέτασης που υπέβαλε ο Α;

    Διοικητική προσφυγή:

i.    Αναφορές ενώπιον διοικητικών οργάνων και όχι δικαστηρίων, με αίτημα την άσκηση ελέγχου νομιμότητας ή και σκοπιμότητας για την ανάκληση, τροποποίηση ή ακύρωση διοικητικής πράξης
ii.    Μορφή αυτοελέγχου της Διοίκησης
iii.    Άρθρα 24-27 ΚΔΔ

    Απλή διοικητική προσφυγή (άρθρο 24 ΚΔΔ):

i.    Δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου – άρθρο 10 παρ. 1 Σ: δικαίωμα αναφοράς
ii.    Διακρίνονται σε αιτήσεις θεραπείας και ιεραρχικές προσφυγές
iii.    Δεν έχουν προθεσμία – εάν ασκηθούν εντός προθεσμίας για ένδικο μέσο, τότε διακόπτουν την προθεσμία για 30 ημέρες
iv.    Εάν το ίδιο όργανο ανακαλεί ή τροποποιεί, εάν ιεραρχικώς προϊστάμενο ακυρώνει και αναπέμπει (εκτός εάν επιτρέπεται ρητά ή συνάγεται σαφώς ιεραρχική υποκατάσταση)
v.    Εάν το όργανο εμμένει: βεβαιωτική πράξη, μη εκτελεστή , εκτός εάν λαμβάνει υπόψη νέα περιστατικά.
vi.    Δεν επιτρέπεται κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κανονιστικών πράξεων, υλικών ενεργειών
vii.    Δεν επιτρέπεται χειροτέρευση της θέσης του προσφεύγοντος.

2.    Τι είναι η αίτηση επανεξέτασης κατά το άρθρο 13 του ν. 3328/2005;

    Ειδικές και ενδικοφανείς προσφυγές προβλέπονται στο άρθρο 25 ΚΔΔ

    Ειδικές:

i.    προβλέπονται από ειδικές διατάξεις (όργανα και προθεσμία)
ii.    έλεγχος νομιμότητας
iii.    καταλήγει σε ακύρωση ή απόρριψη της προσφυγής όχι τροποποίηση του περιεχομένου της πράξης
iv.    κατά ρητών, ατομικών και κανονιστικών πράξεων, όχι κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (εκτός αν άλλως ορίζεται ειδικά) ή υλικής ενέργειας
v.    προθεσμία απάντησης ότι ορίζεται ειδικά άλλως 30 ημέρες
vi.    Εμπρόθεσμη άσκηση διακόπτει την προθεσμία ενδίκου μέσου για το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να απαντηθεί
vii.    Όταν γίνεται δεκτή: εκτελεστή πράξη, όταν απορρίπτονται κυμαίνεται η νλ

    Ενδικοφανείς:

i.    προβλέπονται από ειδικές διατάξεις (όργανα – προθεσμία)
ii.    προθεσμία απάντησης ότι ορίζεται ειδικά άλλως 3 μήνες
iii.    πλήρης έλεγχος
iv.    οι αποφάσεις που εκδίδονται είναι πάντοτε εκτελεστές
v.    τυχόν άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας απάντησης είναι παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας
vi.    προϋπόθεση του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων / εκτός εάν δεν έχει ενημερωθεί ο διοικούμενος! (και αντίθετη νομολογία)

3.    Είναι νόμιμη η πράξη του Προέδρου που εκδόθηκε το 2006;

—————————————————————————————————-

ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
2010-2011 Εαρινό Εξάμηνο
Γενικό Διοικητικό Δίκαιο – Φροντιστήριο (Κλιμάκιο Β’)
16.05.2011
VIIΙ. Εκτελεστότητα – αναστολή

13ο Πρακτικό θέμα
Ιστορικό

34.    Με Κ.Υ.Α. η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος θεσπίσθηκαν μέτρα για την προστασία των βιοτόπων του Δάσους Σ και της Λιμνοθάλασσας Κ, καθώς και της ευρύτερης περιοχής τους. Σύμφωνα με την Κ.Υ.Α. στην Περιφερειακή Ζώνη Προστασίας των ανωτέρω περιοχών απαγορεύονται οι δραστηριότητες εξόρυξης. Κατ’ εξαίρεση μόνον επιτρέπονται τέτοιες δραστηριότητες εντός των προκαθορισμένων ορίων λατομικής περιοχής, εφόσον χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων (ΕΠΟ) και διεξάγονται αυξημένοι και συστηματικοί έλεγχοι για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων.

35.    Στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση ΕΠΟ για την άσκηση λατομικής δραστηριότητας από την εταιρεία Α  εντός της λατομικής περιοχής της Περιφερειακής Ζώνης Προστασίας, με βάση Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) που υποβλήθηκε από την εταιρεία αυτήν. Με την απόφαση ΕΠΟ ορίσθηκε ρητά χρόνος ισχύος των περιβαλλοντικών όρων έως την 31.12.2000 και προβλέφθηκε ότι μετά την παρέλευση του χρόνου αυτού θα πρέπει για τη νόμιμη συνέχιση της δραστηριότητας να εκδοθεί νέα ΕΠΟ.

36.    Στην εταιρεία Α χορηγήθηκε άδεια εκμεταλλεύσεως λατομείου, λαμβάνοντας υπόψη την ΕΠΟ, υπό τον όρο τήρησης των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων.

37.    Μετά την παρέλευση του χρόνου ισχύος της ΕΠΟ, διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία Α εξακολουθούσε να λειτουργεί το λατομείο, χωρίς να έχει υποβάλει αίτηση για έκδοση νέας απόφασης περιβαλλοντικών όρων. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν και παραβάσεις της αρχικής ΕΠΟ με αποτέλεσμα την σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Ενόψει τούτων εκδόθηκαν (α) απόφαση επιβολής προστίμου κατά της Α και (β) απόφαση του Νομάρχη περί επιβολής της διοικητικής κύρωσης απαγόρευσης της λειτουργίας του λατομείου.

38.    Στη συνέχεια, με νεώτερη απόφαση ο Νομάρχης ανέστειλε την απόφαση για την απαγόρευση λειτουργίας του λατομείου, με την αιτιολογία ότι στο μεταξύ είχε υποβληθεί νέα ΜΠΕ από την Α για την έκδοση ΕΠΟ, αλλά καθυστερούσε η σχετική διοικητική διαδικασία, ενώ παράλληλα ήταν αναγκαία η λειτουργία του λατομείου για την εξυπηρέτηση της εκτέλεσης έργων που γίνονται στην περιοχή.

39.    Ο Δήμος Δ που βρίσκεται στην περιοχή εγκατάστασης του λατομείου υπέβαλε αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης του Νομάρχη περί αναστολής της απόφασης απαγόρευσης λειτουργίας του λατομείου.
Ερωτάται

63.    Ποιες διοικητικές πράξεις διακρίνονται στο ιστορικό και ποια είναι η φύση τους;

i.    ΚΥΑ – ΚΠ
ii.    ΕΠΟ – ΑΔΠ, συστατική, ευμενής για Α
iii.    Άδεια εκμετάλλευσης λατομείου – ΑΔΠ, συστατική, ευμενής για Α
iv.    Απόφαση επιβολής προστίμου – ΑΔΠ, συστατική, δυσμενής για Α
v.    Απόφαση απαγόρευσης λειτουργίας λατομείου – ΑΔΠ, συστατική, δυσμενής για Α
vi.    Απόφαση αναστολής της απαγόρευσης – ΑΔΠ, συστατική, ευμενής για Α

Α. Διοικητική πράξη:

    Μονομερής πράξη της Διοίκησης με την οποία
    με μόνη τη δήλωση ορισμένου διοικητικού οργάνου θεσπίζεται
    νομική ρύθμιση δηλαδή κανόνας δικαίου στο πλαίσιο εννόμων σχέσεων
    που διέπονται από το διοικητικό δίκαιο για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.

Β. Κανονιστική πράξη της Διοίκησης: απρόσωπος κανόνας δικαίου (γενική και αφηρημένη ρύθμιση) – ουσιαστικοί νόμοι

i.    Προϋποθέτουν νομοθετική εξουσιοδότηση
ii.    Άμεση ισχύς, αλλά διαμεσολάβηση από ατομικές διοικητικές πράξεις για εξειδίκευση συνεπειών
iii.    Δυνατότητα εφαρμογής σε αόριστο αριθμό
iv.    Παρεμπίπτων έλεγχος στο διηνεκές
v.    Συστατικός τύπος η δημοσίευση
vi.    Καταργούνται ελεύθερα
vii.    Υπάγονται σε δικαστικό έλεγχο του ΣτΕ
viii.    Δεν ελέγχονται για καλή χρήση διακριτικής ευχέρειας αλλά για σεβασμό των ορίων της εξουσιοδότησης
ix.    Δεν απαιτείται αιτιολογία

Γ. Ατομική διοικητική πράξη

i.    συστατικές – διαπιστωτικές – βεβαιωτικές
    Συστατικές: Η δήλωση της βούλησης του Διοικητικού οργάνου θεσπίζει απευθείας ατομικό κανόνα δικαίου, μεταβάλλοντας τη νομική κατάσταση του προσώπου στο οποίο αφορά, με την ίδρυση, αλλοίωση ή κατάργηση δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων αυτού. Εξατομικεύεται απρόσωπος κανόνας δικαίου, ο οποίος προβλέπει την έκδοση της α.δ.π. ως μέσο εφαρμογής σε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραδείγματα
    Διαπιστωτικές: ΑΔΠ, με τις οποίες διαπιστώνεται η υπαγωγή προσώπου σε κανόνα δικαίου, υπαγωγή που έχει συντελεσθεί ή θα συντελεσθεί στο άμεσο μέλλον λόγω της επέλευσης ενός γεγονότος. Η έκδοσή της είναι υποχρεωτική για το διοικητικό όργανο και προϋπόθεση για την επέλευση έννομων συνεπειών. Δεν θεσπίζει ατομικό κανόνα δικαίου, αλλά είναι προϋπόθεση εφαρμογής απρόσωπων κανόνων. Επίσης συχνά προϋπόθεση για την έκδοση συστατικών πράξεων που αφορούν στο ίδιο πρόσωπο. Παράδειγμα: ΔΥ – πριν την έκδοση της διαπιστωτικής εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και να εγγράφονται στους μισθοδοτικούς καταλόγους. Μόνο μετά την έκδοσή τους μπορεί να εκδοθεί πράξη (συστατική) συνταξιοδότησης.
    Βεβαιωτικές: εκδίδονται χωρίς νέα ουσιαστική έρευνα βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών και δηλώνουν εμμονή της Διοίκησης σε προγενέστερη ρύθμιση.
ii.    Ευμενείς (επωφελείς)– δυσμενείς (επαχθείς) – Σημασία διάκρισης για
    προηγούμενη ακρόαση,
    ανάκληση και
    αστική ευθύνη

64.    Ήταν υποχρεωμένη η Διοίκηση να καλέσει τον Α σε ακρόαση για την έκδοση της απόφασης επιβολής προστίμου και της απόφασης απαγόρευσης λειτουργίας του λατομείου;

Άρθρο 6 ΚΔΔ:
    κατά διακριτική ευχέρεια,
    υποκειμενική συμπεριφορά διοικούμενου και όχι απλώς αντικειμενικά κριτήρια
    αυτεπάγγελτη ενέργεια Διοίκησης
    θετική βλάβη,

65.    Η απόφαση ΕΠΟ και η άδεια λειτουργίας του λατομείου είναι σύνθετη διοικητική ενέργεια;
Σύνθετη διοικητική ενέργεια: αλληλουχία περισσότερων διαδοχικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες επιδιώκεται η επέλευση του τελικού εννόμου αποτελέσματος:

i.    Διαδοχική έκδοση τουλάχιστον 2 εκτελεστών διοικητικών πράξεων
ii.    Στο πλαίσιο της ίδιας νομοθεσίας
iii.    Όλες οι πράξεις απαιτούνται κατά το νόμο για την επέλευση του αποτελέσματος.
iv.    Κάθε επιμέρους πράξη είναι εκτελεστή, μέχρι να ενσωματωθεί στην επόμενη, οπότε χάνει την αυτοτέλεια και εκτελεστότητά της.
v.    Στην τελική ενσωματώνονται οι προηγούμενες και όταν ελέγχεται η νομιμότητά της εξετάζονται όχι μόνον οι δικές της πλημμέλειες, αλλά και τυχόν πλημμέλειες που έχουν οι προηγούμενες πράξεις, και οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε ακύρωση της τελικής.
    Διάκριση από συναφείς πράξεις : περισσότερες πράξεις όπου η προηγούμενη αποτελεί νόμιμο έρεισμα και προϋπόθεση έκδοσης της επόμενης, αλλά δεν ενσωματώνονται γιατί διέπονται από διαφορετική νομοθεσία και αποβλέπουν σε διαφορετικό σκοπό.

66.    Πως εφαρμόζεται η απόφαση περί επιβολής προστίμου;

Ατομική διοικητική πράξη που έχει εκτελεστότητα, δηλαδή δεσμευτική χωρίς την ανάγκη να προηγηθεί δικαστική απόφαση και με δυνατότητα εξαναγκασμού προς συμμόρφωση. Η Διοίκηση και οι διοικούμενοι έχουν υποχρέωση συμμόρφωσης, ακόμη και όταν αμφισβητείται το κύρος της πράξης δικαστικά.

Αποτελεί εκτελεστό τίτλο και μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του διοικούμενου.
Εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΕΔΕ ΝΔ 356/1974

67.    Πως εφαρμόζεται η απόφαση περί απαγόρευσης λειτουργίας του λατομείου;

Όταν δεν γίνεται οικειοθελώς, εφαρμόζονται μέτρα διοικητικού καταναγκασμού.
Η ίδια η απόφαση επιβολής της απαγόρευσης είναι τέτοιο μέτρο, καθώς αποτελεί κύρωση. Οι κυρώσεις προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία και μπορεί να είναι διοικητικές (όπως εν προκειμένω), αστικές ή και ποινικές.
Εκτός από την κύρωση, μπορεί η διοίκηση να προβεί σε διοικητικό καταναγκασμό που συνίσταται σε υλικές ενέργειες ή και με χρήση άμεσης βίας= διοικητικός καταναγκασμός εν στενή εννοία – προϋποθέσεις:

α) τα μέτρα να προβλέπονται στο νόμο για τη συγκεκριμένη περίπτωση
β) να έχει εκδηλωθεί άρνηση συμμόρφωσης από τον διοικούμενο
γ) να υπάρχει επείγουσα ανάγκη εκτέλεσης της πράξης
δ) να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας

68.    Είναι νόμιμη η απόφαση του Νομάρχη για αναστολή της απόφασης απαγόρευσης λειτουργίας του λατομείου;

Άρθρο 26 ΚΔΔ: «Όταν ασκηθεί διοικητική προσφυγή, η αρμόδια για την εξέτασή της διοικητική αρχή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως, να αναστείλει την εκτέλεση της διοικητικής πράξης ωσότου αποφανθεί για την προσφυγή και, πάντως, όχι πέρα από την προθεσμία που ορίζεται για την έκδοση της απόφασής της.»

Άρθρο 52 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 : «Αν υποβληθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο αρμόδιος Υπουργός και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου το ανώτατο διοικητικό όργανό τους μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. …6. Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνετια δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του
δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.  7. Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως
βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και άν η βλάβη του
αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται
ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής
μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς
επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι
προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.

2161/2007 ΣΤΕ – Τμ. Ε΄

6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την Α. 39417/1985 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας (Β΄ 818), η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 3 του ν. 1428/1984, καθορίσθηκαν στο Νομό Αχαΐας λατομικές περιοχές, για λατομεία αδρανών υλικών. Μεταξύ άλλων, καθορίσθηκε ως λατομική περιοχή η τοποθεσία «Μαύρα Βουνά Κοινότητας Αράξου». Τα όρια της ανωτέρω λατομικής περιοχής επανακαθορίσθηκαν, με την Φ.27/1516/1992 απόφαση του αυτού Νομάρχη (Β΄ 493), με σκοπό, όπως αναφέρεται στην απόφαση ανακαθορισμού των ορίων, την προστασία του γειτονικού υγρότοπου της Λιμνοθάλασσας Καλογριάς. Εξάλλου, με την 66289/1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας, Εμπορικής Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου (Β΄ 506), θεσπίσθηκαν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1650/1986, της διεθνούς συμβάσεως Ραμσάρ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 191/1974, και της διεθνούς συμβάσεως της Βέρνης, που κυρώθηκε με το ν. 1335/1983, μέτρα για την προστασία των βιοτόπων του Δάσους Στροφυλιάς και της Λιμνοθάλασσας Κοτυχίου, καθώς και της ευρύτερης περιοχής τους. Σύμφωνα με την κοινή αυτή υπουργική απόφαση, στη Ζώνη Β [Περιφερειακή ζώνη προστασίας], η οποία περιλαμβάνει τη Λιμνοθάλασσα Καλογριάς και τους ορεινούς όγκους των Μαύρων Βουνών, «Οι εξορυκτικές δραστηριότητες, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λατομικών προϊόντων [παραγωγή αδρανών, σκυροδέματος, ασφαλτομίγματος κλπ], οι σχετικές βοηθητικές εγκαταστάσεις [αποθήκες, συνεργεία κλπ] καθώς και η απόθεση υλικών», επιτρέπονται μόνο μέσα στη λατομική περιοχή, όπως τα όρια της καθορίσθηκαν με τις Α.39417/1985 και Φ.27/1516/1992 νομαρχιακές αποφάσεις. Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση ορίζεται ότι «Για τη νόμιμη λειτουργία των λατομείων στην ως άνω λατομική ζώνη απαιτείται έγκριση περιβαλλοντικών όρων με βάση ΜΠΕ τύπου Β, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της ΚΥΑ 69269/5387/1990», και ότι «Επιβάλλονται αυξημένοι και συστηματικοί έλεγχοι» για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων (βλ. άρθρο 3 παρ. ΙΙ Α 10).
Με την 31506/11.5.1994 κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Υφυπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την εκμετάλλευση λατομικού χώρου αδρανών υλικών από την εταιρεία ………… , στη θέση «Μαύρα Βουνά», εντός της λατομικής περιοχής, ορίσθηκε δε ότι η απόφαση αυτή ισχύει μέχρι τις 31.12.2000 «και με την προϋπόθεση ότι θα τηρούνται επακριβώς τα στοιχεία που αναφέρονται [στην εγκριθείσα ΜΠΕ]» και ότι «για τη συνέχιση των εργασιών πέραν της παραπάνω ημερομηνίας [η εταιρεία] οφείλει να εφοδιασθεί με νέα απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων». Περαιτέρω, με την Φ25.9ΔΒ1646/13.7.1994 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας χορηγήθηκε στην …….. άδεια εκμεταλλεύσεως λατομείου στην ως άνω θέση, αφού ελήφθη υπόψη και η προαναφερθείσα έγκριση περιβαλλοντικών όρων που μνημονεύεται στο προοίμιό της. Στην άδεια εκμεταλλεύσεως ορίζεται ρητώς ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι και η σχετική μελέτη αποκαταστάσεως, επισημαίνεται δε ότι «η δραστηριότητα ασκείται σε περιοχή με ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας του περιβάλλοντος … και πρέπει να τηρούνται απαρεγκλίτως όλα τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας της περιοχής». Επειδή διαπιστώθηκε ότι μετά την 31.12.2000, ημερομηνία λήξεως της ισχύος της 31506/11.5.1994 αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, δεν υποβλήθηκε από την ενδιαφερόμενη εταιρεία … για την ανανέωση των περιβαλλοντικών όρων, ότι παρά ταύτα η επιχείρηση εξακολουθούσε να λειτουργεί, ότι εφαρμόσθηκαν πλημμελώς ορισμένοι από τους εγκριθέντες με την ανωτέρω απόφαση όροι, «με αποτέλεσμα η δημιουργηθείσα κατάσταση να έχει σαν συνέπεια την υπέρμετρη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής», ότι κατά παράβαση σχετικού όρου της ιδίας αποφάσεως δεν υποβλήθηκαν στην αρμόδια Διεύθυνση Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού και στην Δασική Υπηρεσία εκθέσεις πεπραγμένων, με παρουσίαση των εργασιών εκμεταλλεύσεως [βαθμίδες κλπ] και των έργων αποκαταστάσεως που έχουν πραγματοποιηθεί, με την 7891/26.10.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας επιβλήθηκε στην εταιρεία πρόστιμο ύψους 105.000 ευρώ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 του ν. 1650/1986.
Στη συνέχεια, με την 110708/4521/12.11.2004 πράξη του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ επεστράφη χωρίς να εγκριθεί η υποβληθείσα από την εταιρεία ….. , για την επέκταση του χώρου εκμεταλλεύσεως του λατομείου. Στην πράξη αυτή αναφέρεται ότι το λατομείο ευρίσκεται στην περιοχή «Δάσος Στροφυλιάς-Λιμνοθάλασσα Κοτυχίου», που περιλαμβάνεται στους προστατευόμενους υγρότοπους διεθνούς ενδιαφέροντος, ότι για την περιοχή αυτή έχει εκπονηθεί. Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη, σύμφωνα με την οποία η λατομική δραστηριότητα δεν είναι συμβατή με το αναγκαίο καθεστώς προστασίας, ότι επιπλέον το λατομείο ευρίσκεται πλησίον του αρχαιολογικού χώρου του τείχους των Δημαίων και ότι με σχετική απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού έχει διαταχθεί η άμεση απομάκρυνση των λατομείων αδρανών υλικών που λειτουργούν πλησίον του αρχαιολογικού χώρου επειδή έχει προκληθεί άμεση αλλά και έμμεση βλάβη των μνημείων, ότι «η μέχρι σήμερα λειτουργία του [λατομείου] στη συγκεκριμένη περιοχή έχει δημιουργήσει έντονη υποβάθμιση του περιβάλλοντος, όπως σημαντικές αλλαγές στην τοπογραφία, στα ανάγλυφα χαρακτηριστικά του εδάφους και στην αισθητική του τοπίου, με καταστροφικές επιπτώσεις …… ενδεχομένως μη αναστρέψιμου χαρακτήρα», ότι η Διεύθυνση Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του Υπουργείου, «κατόπιν αυτοψίας, διαπίστωσε πλημμελή εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας από τη λειτουργία του λατομείου» και ότι στην υποβληθείσα προς έγκριση ….. δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς τα ανωτέρω, σχετικά με την προστασία της περιοχής ζητήματα.
Ακολούθησε η έκδοση της ΔΒ.Φ25/687/9.3.2005 αποφάσεως του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία, αφού ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, εισηγήσεις της Διευθύνσεως Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ για την επιβολή, ως διοικητικής κυρώσεως, της προσωρινής απαγορεύσεως της λειτουργίας του εν λόγω λατομείου αδρανών υλικών, οι προαναφερθείσες 7891/26.10.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και 110708/4521/12.11.2004 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ, η αρνητική γνώμη του Νομαρχιακού Συμβουλίου Αχαΐας, καθώς και οι απόψεις της εταιρείας, διατάχθηκε η προσωρινή απαγόρευση της λειτουργίας του επίδικου λατομείου «μέχρις ότου ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποτρέπεται η ρύπανση ή η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και μέχρις ότου η εταιρεία συμμορφωθεί με την κείμενη νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότησή της». Κατά της αποφάσεως αυτής του Νομάρχη, η ενδιαφερόμενη εταιρεία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, η προσφυγή δε αυτή απορρίφθηκε σιωπηρώς. Παρά την έκδοση της αποφάσεως για προσωρινή απαγόρευση λειτουργίας του λατομείου και την απόρριψη της ασκηθείσας προσφυγής, το λατομείο συνέχισε να λειτουργεί (βλ. σχετικώς το ΔΒ.Φ25/ 2912/17.9.2005 έγγραφο της Διευθύνσεως Βιομηχανίας της ΝΑ Αχαΐας προς το Υπουργείο Ανάπτυξης και το 3789Β/21.11.2005 έγγραφο του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ προς την Βουλή των Ελλήνων [Δ/νση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου]). Με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 170/27.2.2006 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, ανεστάλη, μέχρι την 31.12.2006, η ανωτέρω ΔΒ.Φ25/687/9.3.2005 απόφαση περί προσωρινής απαγορεύσεως της λειτουργίας του εν λόγω λατομείου, ορίσθηκε δε ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή η εταιρεία υποχρεούται να τηρεί απαρεγκλίτως όλους τους περιβαλλοντικούς όρους της παλαιότερης … , ότι θα διενεργούνται τακτικοί έλεγχοι για την τήρηση των όρων αυτών και ότι εάν διαπιστωθεί μη τήρησή τους «θα τεθεί σε ισχύ» η ανακληθείσα απόφαση προσωρινής απαγορεύσεως της λειτουργίας του λατομείου. Στο προοίμιο της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη για την έκδοσή της «υπεύθυνη δήλωση από την …………… για κατάθεση στο ΥΠΕΧΩΔΕ νέας Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων», «το από 22.2.2006 έγγραφο Επιτροπής Κινητοποίησης Φορέων του Νομού προς το Νομαρχιακό Συμβούλιο για την επαναλειτουργία των λατομείων» και «η από 22.2.2006 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου στο οποίο συμμετείχαν και φορείς του Νομού [σύλλογοι εργοληπτών έργων, Τεχνικό Επιμελητήριο, Εμπορικός Σύλλογος κλπ] όπου αποφασίσθηκε η αναστολή της ΔΒ.Φ25/687/9.3.2005 απόφασης Νομάρχη Αχαΐας, μέχρι την 31.12.2006 έτσι ώστε να έχουν ολοκληρωθεί οι χρονοβόρες διαδικασίες της εξέτασης των νέων …».
7. Επειδή, από τα προεκτεθέντα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το επίδικο λατομείο αδρανών υλικών, ευρισκόμενο εντός της λατομικής περιοχής «Μαύρα Βουνά Αράξου», στην περιφερειακή ζώνη προστασίας των βιοτόπων του Δάσους Στροφυλιάς και της Λιμνοθάλασσας Κοτυχίου, λειτουργούσε από 1.1.2001 μη νομίμως. Και τούτο διότι, ενώ, κατά ρητή επιταγή της ΚΥΑ 66289/1993, που ρυθμίζει το καθεστώς προστασίας των ως άνω βιοτόπων και της ευρύτερης περιοχής τους, για τη νόμιμη λειτουργία λατομείων εντός της λατομικής περιοχής απαιτείται προηγούμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων, εν προκειμένω, η ισχύς της 31506/11.5.1994 αποφάσεως, περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων για την εκμετάλλευση του λατομείου, είχε λήξει στις 31.12.2000 και η νέα ΜΠΕ, που είχε υποβληθεί από την ενδιαφερόμενη εταιρεία, δεν είχε εγκριθεί από την αρμόδια υπηρεσία, για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική πράξη του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ, πέραν του γεγονότος ότι το λατομείο αυτό δεν είχε καν τηρήσει τους προβλεπόμενους στην 31506/11.5.1994 απόφαση περιβαλλοντικούς όρους, με συνέπεια «την υπέρμετρη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής». Για τους λόγους αυτούς, αλλά και για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος (βλ. ανωτέρω) διατάχθηκε η προσωρινή απαγόρευση της λειτουργίας του, με απόφαση του αρμόδιου Νομάρχη, προσφυγή δε που ασκήθηκε από την εταιρεία κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας σιωπηρώς, λόγω παρόδου άπρακτης της εξηκονθήμερης προθεσμίας που τάσσεται από το νόμο για την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής. Η εν λόγω νομαρχιακή απόφαση «ανεστάλη» με την προσβαλλόμενη πράξη, κατ’ επίκληση «κινητοποιήσεων» των φορέων του Νομού και υπεύθυνης δηλώσεως της εταιρείας, ότι υπέβαλε προς έγκριση νέας . . Oπως αναφέρεται δε στο από 29.8.2006 έγγραφο της ΝΑ Αχαΐας προς το Δικαστήριο, «1) Τα λατομεία αυτά τροφοδοτούν με αδρανή υλικά το μεγαλύτερο ποσοστό των κατασκευών-έργων στο Νομό Αχαΐας και 2) Για την μετεγκατάστασή τους θα πρέπει πρώτα να οριοθετηθούν νέες ειδικές λατομικές ζώνες, διαδικασία η οποία απαιτεί κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα», για τους προαναφερθέντες δε λόγους εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη ώστε να γίνει η «τελική μετεγκατάσταση των λατομείων χωρίς ταυτόχρονα να ζημιωθεί η βελτίωση και ο εκσυγχρονισμός των υποδομών του Νομού Αχαΐας». Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, όμως, η Διοίκηση είχε υποχρέωση να απαγορεύσει τη λειτουργία του επίδικου λατομείου. Κατ’ ακολουθίαν, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία αναστέλλεται η απαγόρευση λειτουργίας που είχε επιβληθεί με την ανωτέρω ΔΒ.Φ25/687/9.3.2005 νομαρχιακή απόφαση και επιτρέπεται, υπό όρους, η συνέχιση της λειτουργίας του λατομείου, χωρίς έγκριση περιβαλλοντικών όρων, είναι μη νόμιμη, όπως βασίμως προβάλλεται, δοθέντος και ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 52 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112)], σύμφωνα με το οποίο «Αν υποβληθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο αρμόδιος Υπουργός και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου το ανώτατο διοικητικό όργανό τους μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης», ούτε του άρθρου 26 του κυρωθέντος με το ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι «Όταν ασκηθεί διοικητική προσφυγή, η αρμόδια για την εξέτασή της διοικητική αρχή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως, να αναστείλει την εκτέλεση της διοικητικής πράξης ωσότου αποφανθεί για την προσφυγή και, πάντως, όχι πέρα από την προθεσμία που ορίζεται για την έκδοση της απόφασής της», και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη δεν ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις αυτές, ούτε, τέλος, γίνεται επίκληση άλλης διατάξεως νόμου, με την οποία προβλέπεται αρμοδιότητα του Νομάρχη να «αναστέλλει την εκτέλεση» των αποφάσεών του. Πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Διά ταύτα
Κηρύσσει τη δίκη καταργημένη, ως προς τους υπ’ αριθμ. 12, 19, 29, 34, 36, 38, 43, 44, 50 και 53 αιτούντες.
Δέχεται την αίτηση, ως προς τους λοιπούς αιτούντες.
Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. 170/27.2.2006 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας.
(……)

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος του E΄ Τμήματος               Η Γραμματέας του E΄ Τμήματος

About paspnomikis

Αυτόνομη Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση Η Πανελλήνια Αγωνιστική Σπουδαστική Παράταξη (Π.Α.Σ.Π.) είναι μια φοιτητική συνδικαλιστική παράταξη που δρα στο χώρο του ελληνικού πανεπιστημίου από το 1974. Η ΠΑΣΠ σύμφωνα με το άρθρο 6 του καταστατικού της αποτελεί αυτόνομη παράταξη του σπουδαστικού κινήματος. Κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο η διατύπωση των αρχών του ΠΑΣΟΚ στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 από τον Ανδρέα Παπανδρέου προκάλεσε τη συγκρότηση του φοιτητικού κινήματος «Φίλοι Ανδρέα Παπανδρέου». Το 1975 το κίνημα αυτό μετεξελίχθηκε στην Πανελλήνια Αγωνιστική Σπουδαστική Παράταξη.Λίγο αργότερα και ενώ πυκνώνουν αδιάκοπα οι γραμμές της ΠΑΣΠ στα Πανεπιστήμια ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα την αποκαλέσει «Αριστερά της Αριστεράς». Το 1982 οι προτάσεις της ΠΑΣΠ προκάλεσαν μεταρρύθμιση στον χώρο των ΑΕΙ και αποτέλεσαν τη βάση του Ν. 1268/82 που καταχώρισε την ελεύθερη συνδικαλιστική δράση και τα όργανα συνδιοίκησης. Το 1992 η ΠΑΣΠ αντιστάθηκε στο γνωστό «Νόμο Σουφλιά» (Ν.2083/1992) με τους δυο κύκλους σπουδών και συμμετείχε στη μάχη που έδωσε τότε στο σύνολό του το μαθητικό και φοιτητικό κίνημα. To 1995 αντιτάχθηκε στη Βιβλιοκάρτα αλλά και αργότερα όταν άρχισε γόνιμη κριτική στο Νόμο Αρσένη (περίοδος 1999). Έπειτα, σταθμοί στη δράση της ήταν η ανατροπή του νόμου Γιαννίτση για το ασφαλιστικό σύστημα όπου συμμετείχε μαζί με πολλές άλλες λαϊκές δυνάμεις και η περίοδος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης το 2006. Από το 1974 μέχρι το Άρθρο 16 και την κοινωνική έκρηξη του Δεκέμβρη, η ΠΑΣΠ συνεχίζει αδιάκοπα τη δράση της παλεύοντας για Ανθρώπινους και Ποιοτικούς Όρους Σπουδών,για Εργασία με Δικαιώματα, για ένα Πανεπιστήμιο με Μέτωπο στη Κοινωνία . Πιστοί στις Αρχές της 3ης του Σεπτέμβρη συνεχίζουμε τον Αγώνα για τη ΜΑΖΙΚΟΠΟΙΗΣΗ κι ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ του ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ σε Προοδευτική Κατεύθυνση,Για το ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ και το ΒΑΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ στον Τόπο. Βαδίζουμε Με Αμείωτο το Πάθος του Χθες Στις Διεκδικήσεις του Σήμερα και του Αύριο ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΑΣ ΤΑ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΑ ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ - ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΑΣΠ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Gallery | This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s